ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΓΙΩΤΗ (Poetry Collection of Kosmas Yotis)
A blog about Kosmas Yotis' life and the village of Sklithro in Northern Greece.
Purchasing
For those interested in purchasing these poems in book form, please click on the link below.
http://www.blurb.com/bookstore/detail/3746373
http://www.blurb.com/bookstore/detail/3746373
Το χωριό μου
Από μικρός αγάπησα
Στα αυλάκια του μεγάλωσα
Παίζοντας στο νερό
Και όταν ο ήλιος έβγαινε
Πίσω απ’ το βουνό
Ξυπόλητος μα χαρούμενος
Τον καλωσόριζα εγώ
Και όταν γλυκοχάραζε
Στην άκρη του χωριού
Ήτανε η αρχή μιας ατέλειωτης
Ημέρας καλοκαιριού
Ψωμί και αλάτι τρώγαμε
Μα σαν μικρά παιδιά
Τίποτα δεν ρωτάγαμε
Είχαμε λευτεριά
Καβάλα στο γαϊδουράκι μου
Στη δροσερή αυλή
Αφρούλα τη φωνάζαμε
Και όλοι τη θαυμάζανε
Ψωμί, τυρί και το μπουκλί
Στην πράσινή μας την αυλή
Τραβάγαμε για τη βοσκή
Ήταν οι μέρες ατέλειωτες
Και τόσο σημαντικές
Και όταν ο ήλιος έγερνε
Τελειώνανε κι αυτές
Και τα δρομάκια του χωριού
Γεμίζανε από παιδιά
Μόνο με φως του φεγγαριού
Παίζαμε τη Νορμανδία
Σεπτέμβριος κόντευε
Και η ψυχή μας έτρεμε
Τελείωνε η λευτεριά
Στα γράμματα ορέ παιδιά
Στις τάξεις μας πηγαίναμε πολλά είχαμε και λέγαμε
Το καλοκαίρι το κλαίγαμε
Και λέγαμε και λέγαμε
Τα πρωτοβρόχια αρχίσανε
Μα εμείς δεν λησμονήσαμε
Παίρνοντας τα βιβλία μας
Και ένα ξύλο για τη σόμπα μας
Μα ούτε το κατάλαβα
Πως ήρθανε τα Κάλαντα
Στην γκάιντα δραχμές πετούσαμε
Και όλη νύχτα γλεντούσαμε
Μετά από αυτό Χριστούγεννα
Και η πρωτοχρονιά
Τα κρύα μας πλάκωσαν και η βαρυχειμωνιά
Μα εμείς δεν σταματούσαμε
Όλο και την γλεντούσαμε
Λεφτά πολλά δεν είχαμε
Καλή παρέα τύχαμε
Με τ’ άλογα πηγαίναμε
Τα όργανα περιμέναμε
Τρείς παρέες με όργανα
Τα καρναβάλια ήρθανε
Και πάλι στο χωριό
Ήτανε ο Γκιούμπουρος
Δεν θέλαμε γιατρό
Βαρύ χειμώνα στο χωριό
Η σόμπα εκεί στο καφενειό
Τα βράδια νυχτέρι οι κοπελιές
Και οι νεαροί ακούνε στις αυλές
Φλεβάρης μήνας ήτανε
Και Κυριακή στην εκκλησιά
Ήταν η αρχή της Άνοιξης
Και ξανάρχιζε η δουλειά
Εγώ με έναν φίλο μου
Είχαμε πιάσει τα βουνά
Χωρίς να το καταλάβουμε
Χαθήκαμε για καλά
Οι εξετάσεις κόντευαν
Και η τελευταία μου χρονιά
Δώδεκα χρονών στην ηλικία
Βγαίναμε στην εξουσία
Χτένι, καθρέφτη και μαλλιά
Χωρίστρα κάναμε παιδιά
Νομίζαμε πως ξέραμε πολλά
Μυαλό πουλούσαμε στα πιο μικρά
Βροντούσε η αυλή απ’ τις φωνές
Είχα γονείς και δυο αδερφές
Και μια γιαγιά θρήσκα πολύ
Την αγαπούσαμε πολύ
Και μια μέρα σαν κι αυτή
Ακούστηκε και μια κραυγή
Πέθανε η γιαγιά μας η καλή
Την έφαγε η μαύρη γη
Περνούσανε όμορφα τα χρόνια
Θα ‘θελα να ‘τανε αιώνια
Η μια αδερφή παντρεύτηκε
Για λίγο ξενιτεύτηκε
Το λίγο έγινε πολύ
Έλειπαν δυο άτομα απ’ την αυλή
Εις το χωριό απλώθηκε
Της ξενιτιάς η χαραυγή
Και όπως φεύγανε πολλοί
Για μια καλύτερη ζωή
Το αποφάσισα κι εγώ
Ήτανε Μάρτης τότε πια
Και είχανε έρθει τα παιδιά
Και πριν έρθει το πρωί
Έλειπε ο τρίτος απ’ την αυλή
Εγώ όμως δεν φεύγω για πολύ
Να μην αδειάσει η αυλή
Μην κλαις μανούλα μου γλυκιά
Δεν θα με πλανέψει η ξενιτιά
Δεν σας αφήνω μοναχούς
Όπως μείνανε άλλοι
Θα κάνω λίγα χρήματα
Και θα γυρίσω πάλι
Περνώντας στο δρόμο του χωριού
Τους χαιρετούσα όλους
Καλό ταξίδι λέγανε
Χαιρετισμούς σε όλους
Μαντήλι άσπρο πέταξα
Για να γυρίσω πάλι
Κανέναν δεν ξέχασα
Στης ξενιτιάς την πάλη
Απ’ το χωριό βρέθηκα
Στην πόλη τη μεγάλη
Κανέναν δεν γνώριζα
Κανέναν δεν τον νοιάζει
Και ξαφνικά βρέθηκα
Στου καραβιού την πλώρη
Χαιρέταγα τη μάνα μου
που είχε μείνει μόνη
Το νεανικό μου το μυαλό
Ξεχάστηκε λιγάκι
Πως άφησα τη μάνα μου
Να πίνει το φαρμάκι
Πίσω μου άφηνα
Τη ζωή μου την παλιά
Μπροστά μου μόνο έβλεπα
Μια θάλασσα πλατιά
Φτάσαμε στον Καναδά
Τέσσερις Μαρτίου άφησα το χωριό
Και πήγα στην Αθήνα
Από εκεί θα ερχόμουν εδώ
Και θα περνούσα φίνα
Η κάμαρά μου ήταν στο βυθό
Στην «Κουίν Φρειδερίκη»
Τρείς άλλοι μαζί και εγώ
Κλεισμένοι σαν τα ποντίκια
Στη Νεάπολη σταματήσαμε
Ήταν η πρώτη στάση
Ως εκεί καλά περάσαμε
Ακόμη δεν μας είχε πιάσει
Από το Γιβραλτάρ σαν φύγαμε
Στα ανοιχτά νερά
Πολύ λίγοι όρθιοι μείναμε
Γέμισε ο τόπος από εμετό
Στο Χάλιφαξ σαν φτάσαμε
στις δεκατρείς Μαρτίου
Αμέσως το νιώσαμε
Του Καναδά το κρύο
Εκεί είχε απ’ όλα τα καλά
Ακόμη και σταφύλια
Μα ήτανε πολύ ακριβά
Με νερό βρέχαμε τα χείλια
Στο «Γιούνιον Στέισιον» βγήκαμε
Άπλυτοι, κουρασμένοι
Είδα τον θείο να έρχεται
Με μια μεγάλη χλαίνη
Έτρεξα και τον αγκάλιασα
Με μεγάλη μου λαχτάρα
Θυμάμαι που τον ρώτησα
Εάν έχει καμιά τσατσάρα
Σαν μαζέψω τρεις χιλιάδες
Ξένος στον τόπο σου γίνεσαι
Ξένος στην ξενιτιά
Μας άλλαξαν τα ονόματα
Και μοιάζουνε με κουτιά
Για να ‘χεις άδεια για δουλειά
Μου λέει ένας θείος
Πρέπει ν’ αλλάξουν τα παλιά
Τα ονόματα κυρίως
Κουμπάροι χίλιοι δυο εκεί
Με ονομάσανε Κουτή
Δεν με πειράζει και πολύ
Εγώ δεν πρόκειται να μείνω εκεί
Πρώτη δουλειά στον Καναδά
Να πλένω πιάτα και πολλά
Χρειάστηκαν πολλές μπουγάδες
«Για να μαζέψω τρεις χιλιάδες»
Μα τι εργάτης είσαι εσύ!
Μου λέει ένας θείος
Και δώστου τρίψιμο εγώ
Μη φύγει το χωριό
«Πριν μαζέψω τρεις χιλιάδες»
Δεν πέρασε πολύς καιρός
Έγινα σερβιτόρος
Και αντί να γίνει σερβίρισμα
Έγινε ένας ντόρος
Καφέδες τρεις στα χέρια μου
Με προσεχτικό το μάτι
Σκοντάφτω από τα πόδια μου
Και επάνω στον πελάτη
Ωχ λέλε μάικο λέω εγώ
Θα φύγω πίσω στο χωριό
«Σαν μαζέψω τρεις χιλιάδες»
Ήρθαν οι φίλοι να με δουν
Ήρθαν οι φίλοι να με δουν
Από την πόλη τη μεγάλη
Μα τι κάθεσαι εδώ μου λεν
Θα πάθεις καμιά ζάλη
Με πήραν μαζί τους μια βραδιά
Να πιάσουμε κοριτσάκια
Μας μπάνησαν τ’ αδέρφια
Και πιάσαμε τα σοκάκια
Με φέρανε πίσω το πρωί
Και ευθεία στην κουζίνα
Πεντέμισι η ώρα ήταν η αρχή
Συνέχιζε η ρουτίνα
Εκεί όπως δουλεύαμε
Βαριά μες την κουζίνα
Και όπως κουβεντιάζαμε
Με πιάνει μεγάλη πείνα
Έτρωγα εγώ αχόρταγα
Κρυφά και φανερά
Με τίποτα δεν χόρταινα
Και ας ήμουνα μια σταλιά
Θυμόμουνα τη μάνα μου
Που με παρακαλούσε
Φάε βρε Κούζη αγόρι μου
Και η καρδιά της πονούσε
Και πάντα με συμβούλευε
Ποτέ να μην ξεχάσω
Όσο κι αν δεν με βόλευε
Τον ίσιο δρόμο να μη χάσω
Εις το λαβύρινθο της ζωής
Δεν αφήνεις πίσω νήμα
Πρόσεχε να μη χαθείς
Μελέτα το κάθε σου βήμα
Και όταν μόνος σου ξυπνάς
Και μόνος σου πλαγιάζεις
Σε ξένο τόπο όταν πας
Αμέσως ωριμάζεις
Δουλειές πολλές αλλάξαμε
Αμέτρητες συστάσεις
Στην «Μαργαρέτα» συχνάζαμε
Μας κούρευε ο Αναστάσης
Εκεί βρεθήκαμε οι δυο
Με έναν παλιό μου φίλο
Τον ήξερα απ’ το χωριό
Αγκαλιαστήκαμε με ζήλο
Πενταμελή ορχήστρα κάναμε
πέντε παλικάρια
Στο «Σύρος» όλα τα τρώγαμε
Για στέκια με μανιτάρια
Τέσσερις φίλοι απ’ το χωριό
Τέσσερις φίλοι απ’ το χωριό
Βρέθηκαν στη «Μαργαρέτα»
Έκαναν δικό τους νοικοκυριό
Εκεί που να ζούνε δέκα-δέκα
Για κολατσιό μας είπανε
Τα κορν φλέιξ είναι καλά
Πήγαμε και τα πήραμε
Και θα τρώγαμε σωστά
Ένα κουτί τεράστιο πήραμε
με γράμματα πολλά
Είχε και κόκκινα στίγματα
Σαν φράουλα φαίνονταν αυτά
Μπόλικο γάλα ρίξαμε
Περιμέναμε να φουσκώσουν
Έως πάνω τα πνίξαμε
Και δεν έλεγαν να μαλακώσουν
Βάλαμε γάλα να βράζει
Μήπως έπρεπε να ‘ναι ζεστό
Στην σόμπα το ‘χαμε ξεχάσει
Ξεχείλισε το άτιμο αυτό
Τρέχει η νοικοκυρά με φωνές
Μα τι κάνατε ρε παιδιά
Να γάλα βράζουμε κι άσε τις φωνές
Για να βάλουμε στα κορν φλέιξ
Το ‘βαλε στα γέλια η νοικοκυρά
Σαν είδε «κότεξ» στα πιατικά
Την άλλη μέρα φέραμε
Ένα σωρό κουτάκια
Πολύ φθηνά τα βρήκαμε
Μα αυτά ήταν για τα γατάκια
Έτσι συνέχιζε η ζωή
Για μερικά χρονάκια
Γλεντούσαμε όλοι μαζί
Και έφευγαν τα φαρμάκια
Εννέα χρόνια πέρασαν
Να μαζέψω τρεις χιλιάδες
Το όμορφο χωριό επιθυμήσαμε
με τις πολλές λαγκάδες
Γυρίζοντας πίσω στο χωριό
Ήταν αρχές Ιουνίου
Ο ήλιος βασίλευε στο χωριό
Κατέβηκα στο σπίτι του θείου
Τρέξανε όλα τα παιδιά
Στη μάνα μου μούστε να πούμε
Ήρθε ο Κοσμάς απ’ την ξενιτιά
Θα θέλανε να κεραστούνε
Τρεις αγελάδες είχανε
Τη μικρή την έλεγαν Μαριάννα
GREEN GIANT την άλλη λέγανε
Την Τρίτη PRINCESS DIANA
Πήρα τη λάμπα ν’ ανεβώ
Στα πάνω τα δωμάτια
Σαν ζούγκλα ακουγότανε στον ποταμό
Τα νυχτοπούλια και τα βατράχια
Προσπάθησα να κοιμηθώ
Μα μάταια η φροντίδα
Λες και δεν μεγάλωσα εδώ
Σε τούτη την πατρίδα
Πέντε η ώρα το πρωί
Λαλούν τα πετεινάρια
Περνάν με τ’ άλογα οι χωριανοί
Γκαρίζουν τα γαϊδάρια
Άκουσα τον Νικόλα τον ψαρά
Ψάρια φρέσκα ψάρια
Και κάποιος να του απαντά
Να ‘χεις καλά παζάρια
Τότε το ένιωσα για καλά
Πως ξύπνησα πάλι εκεί
Όπως τα χρόνια τα παλιά
Που ήμουν μικρό παιδί
Βλέπω στο πρώτο μου πρωινό
Αυλή με κότες γεμάτη
Και έναν μεγάλο πετεινό
Τον λέγανε Καντάφι
Καντάφι τον έλεγαν
Γιατί ήταν κακός
Όποιος στο δρόμο αν πέρναγε
Τον κυνηγούσε αυτός
Και εμένα δεν με χώνευε
Και με κο κο κο λαλούσε
Τριγύρω μου όλο χόρευε
Και όλο με τσιμπούσε
Και όταν τον σφάξαμε
Τον βάλαμε να βράζει
Όλη μέρα τον βράζαμε
Και δεν έλεγε να βράσει
Ξημέρωνε ψυχοσάββατο
Θρηνώντας χτύπαγε η καμπάνα
Κάποιος βρήκε το θάνατο
Και έκλαιγε μια μάνα
Απαρηγόρητα η μάνα έκλαιγε
Το πρωτογέννητό της τον Γιάννη
Που χρόνια από τραύμα υπέφερε
Και δεν έλεγε η πληγή να γιάνει
Ο Γιάννης ήταν φίλος μου
Τον είχα σαν αδελφό
Ήταν μεγάλη η λύπη μου
Που δεν πρόλαβα να τον δω
Στον Αϊ Δημήτρη μοιράζανε
Κόλλυβα με μαύρα τσεμπέρια
Αράδα οι άνδρες τα δέχονταν
Με ανοιχτά τα χέρια
Ήμουν και εγώ εκεί
Σαν φέρανε το πτώμα
Έσκυψα με προσοχή
Και πήρα μια χούφτα χώμα
Το κράτησα στα χέρια μου
Και γίνονταν πιο ελαφρύ
Το έριξα πάνω στο φίλο μου
Ελαφρά να σκεπαστεί
Το ξέρουμε οπωσδήποτε
Ότι χωρίς ψυχή το σώμα
Δεν είναι πια τίποτα
Παρά μια χούφτα χώμα
Κοίταξα τριγύρω μου
Μα ψυχή δεν είδα καμία
Χιλιάδες γραμμένα ονόματα
Βρήκα και τους προγόνους μου
Και άναψα κεράκια
Με δάκρυα στα μάτια μου
Τους είπα δυο λογάκια
Ενώ τα κοκαλάκια μας
Θα μείνουν σε ξένη γη
Μα όλες οι ψυχούλες μας
Ήρθαν τρεις φίλοι στο χωριό
Από τον Καναδά
Συχνάζαμε στο καφενειό
Περνάγαμε καλά
Τέσσερις εργένηδες ήρθαμε
Και φύγαμε παντρεμένοι
Μα και οι τέσσερις φανήκαμε
Να ‘μαστε κερδισμένοι
Αμίλητοι αφήσαμε τους γονείς
Μια δεκαετία άλλη
Είπαμε θα γυρίσουμε νωρίς
Αλλά μας παίδεψε η βιοπάλη
Σαν ήρθαμε πίσω στον Καναδά
Στη μέση του χειμώνα
Τα κρύα ήταν φοβερά
Αρχίσαμε από τη βελόνα
Στο «Τάορ» για ψώνια πήγαμε
Για κουτάλια και πιρούνια
Νοικοκυριό αρχινούσαμε
Μέσα στα πολλά τα χιόνια
Δουλεύαμε σκληρά οι δυο
Όπως και όλοι οι άλλοι
Και λέγαμε πως στο χωριό
Θα ξαναγυρίσουμε πάλι
Τρεις οικογένειες ζούσαμε
Σε κάτι μικρά σπιτάκια
Ο ένας τον άλλον βοηθούσαμε
Και μοιράζαμε τα μεράκια
Και έτσι αποκτήσαμε
Τα πρώτα μας σπιτάκια
Κοντά-κοντά καθόμασταν
Μας χώριζαν μικρά σοκάκια
Τα παιδιά μας μεγαλώνανε
Με φίλους και ξαδερφάκια
Λεφτά πολλά δεν περισσεύανε
Πληρώναμε υποθηκάκια
Και έτσι σιγά-σιγά
Μεγάλωσαν τα παιδιά μας
Σαν πιάσαμε λίγα λεφτά
Δεν μας χωρούσε η γειτονιά μας
Γιορτές στα σπίτια κάναμε
Και όλα τα έθιμά μας
Για τους συλλόγους μαλώναμε
Και τα ονόματά μας
Σκορπίσαμε όλοι μακριά
Σε ανατολή και δύση
Αφήσαμε τα σπίτια τα μικρά
Για να ‘χουμε μοντέρνο σπίτι
Τα πρώτα μας RESTAURANT

O GUS και ο GASTIS απ’ το χωριό
Θα ανοίγανε εστιατόριο
Το αποφασίσανε οι δυο
Δίχως κανένα σχόλιο
Ο άλλος στην κουζίνα
Σε λίγο θα ανοίγανε
Και θα γεμίζανε χρήμα
Ταμπέλα μπροστά ετοιμάζανε
Με τα ονόματά τους
Εργάτες μέσα δουλεύανε
Βοηθούσανε και οι δυο τους
Επάνω η ταμπέλα θα έγραφε
«GUS AND GASTI
RESTAURANT»
Είχαν και μια όμορφη κοπέλα
Σερβιτόρα με σγουρό περμανάντ
Εν τω μεταξύ στην κουζίνα
Ιδέα δεν είχαν από μαγειρική
Όπως μας έλεγαν τα χρόνια εκείνα
Τι ξέρουν οι Αμερικάνοι από φαί;
Ρωτάει ο GASTIS τον
Κωνσταντή
Α μπρε Ντίνκα πως γίνεται το γκρέιβι;
το μακάλο μπρε και συ
Βραστό νερό και αλεύρι
Ήρθε η ώρα η καλή
Ανοίξανε διάπλατα τη θύρα
Έκαναν οι δυο τους προσευχή
Να ‘ναι γενναιόδωρη η μοίρα
Το μεσημέρι κόντευε
Δεν είδαν ούτε έναν πελάτη
Από μπροστά περνάγανε
Και δεν γυρίζανε μάτι
Δυο άνδρες μπήκαν για να φαν
Την στρώσανε καλά να χορτάσουν
Και όταν σηκώθηκαν να παν
Δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν
Ακούει ο μάγειρας σαματά
Και τρέχει πριν να μαλώσουν
Μου λεν δεν έχουν σήμερα λεφτά
«Μόντι» θα μας πληρώσουν
Α, δεν πειράζει Κωνσταντή
Είναι μόνο μια μέρα
Σήμερα είναι Κυριακή
Και Μόντι λένε τη Δευτέρα
Νάσου και ένας τύπος ταϊμπετλής
Κάθεται κι
αυτός να φάει
Διαβάζει το μενού και ευθύς
Τρία δάχτυλα κρατάει
Τρία αυγά εννοούσε να πει
Σε κάθε τεχνοτροπία
Που θα ‘ναι δική του εκλογή
Χωρίς λάθεψη καμία
Το ένα να ‘ναι μέτριο βραστό
Το άλλο λίγο ρουφηχτό
Το τρίτο να ‘ναι τηγανητό
Το τοστ στις άκρες μαλακό
Βγαίνει ο μάγειρας νευρικά
Κρατά ένα μαύρο τηγάνι
Τον πιάνει σφιχτά απ’ το γιακά
Τον σηκώνει ψηλά ως το ταβάνι
Εσύ που θέλεις όλα αυτά
Να πας στη μάνα σου
Να σ’ τα κάνει
Φεύγει και αυτός χωρίς να φάει
Περνάει το μεσημέρι
Το τηγάνι ακόμη σφιχτά το κρατάει
Πεντάρα δεν πιάσανε στο χέρι
Ξεχνάει το ρυζόγαλο στη φωτιά
Φουντώνει το άτιμο και ξεχειλίζει
Τρέχει ο μάγειρας και γλιστρά
Και σέρνεται ο πισινός του στο ρύζι
Την άλλη μέρα το πρωί
Δεν πέτυχε η σούπα στην κουζίνα
Μην στενοχωριέσαι Κωνσταντή
Θα λέγεται σούπα τζερλαντίνα
Οι Αμερικάνοι την άρεσαν πολύ
Την φάγανε πριν το μεσημέρι
Μόνο που δεν είχε συνταγή
Και δεν πρόκειται να την ξανακαταφέρει
Και τα παιδιά βοηθούσανε
Από μικρή ηλικία
Κάνανε ότι μπορούσανε
Χωρίς αντίρρηση καμία
Και έτσι συνέχιζε η ζωή
Η εφταήμερη δουλειά τους
Τρέχανε βράδυ και πρωί
Για να σπουδάσουνε τα παιδιά τους
Κοσμάς
Γιώτης
Τα παιδιά μας
Γυναίκα τηλεφώνησαν
Θα ‘ρθουν τα παιδάκια Ετοίμασε τον κιμά
Να κάνουμε κεφτεδάκια
Το ένα θέλει πρασόπιτα
Κόκκινες ωραίες πιπεριές
Αυτές θα είναι γεμιστές
Ανοίξαμε χώρο τότε εμείς
Πετάει απ’ τη χαρά της η γιαγιά
Και ο παππούς ακολουθά
Πάνε να φέρεις το κρασί
Και το μεγάλο το ταψί
Που κάνουμε πίτα με τυρί
Φέρνει ο παππούς τα υλικά
Φύγε απ’ την κουζίνα εσύ
Ετοίμασε το σπίτι
Μοσχοβολάει το σπίτι
Τις πίτες, τις σαλάτες
Και από τις πιπεριές
Χτυπάει το κουδούνι
Και τρέχουνε και οι δυοΒαλίτσες έχουνε χίλιες δυο
Με ντάιπερς και ουάπερς
Κουβάλησαν παιχνίδια
Στολίδια και μπιχλιμπίδιαΜπουκάλια μικρά και μεγάλα
Μπουκάλια για τα μικρά με γάλα
Τελείωσε η μοναξιά
Τρέχουν τα τέσσερα μικρά
Προς τον παππού και τη γιαγιά
I love you γιαγιά
Ακούστηκε μια μικρή φωνούλαMe too, me too
Και η άλλη μικρούλα
Τρέξανε όλα πάνω μας
Για να μας αγκαλιάσουνΚαι τον παππού και τη γιαγιά
Τους πόνους να ξεχάσουν
Οι γονείς παραπονέθηκαν
Ναι, ναι το ξέρουμε
Προσέξετε εκείνο το μικρό
You are a very good cook
Πετάει απ’ τη χαρά της η γιαγιά
Την άλλη φορά καλύτερα
Και όταν φύγουν όλοι πια
Μένουμε μόνοι παππούς και γιαγιά
Ως την επόμενη φορά
Τα ίχνη τους όμως τ’ αφήνουμε
Τις παλαμίτσες τις μικρέςΠου πιάνουνε τους καθρέφτες
Με γέλια και χαρές
Ευχαριστούμε το Θεό
Που μας αξίωσε ως εδώΝα ‘χουμε άλλα χρόνια καλά
Για να το κάνουμε ξανά
Subscribe to:
Posts (Atom)









