Μαγειρική


Μια μέρα αποφασίσαμε
Να κάνουμε εξωτικό φαί
Και λίγο να ξεφύγουμε
Απ’ τη μονότονη μαγειρική


Διαβάσαμε βιβλία εξωτικά
Με διάφορα μπαχαρικά
Αρωματισμένα και πικάντικα
Και διάφορα λαχανικά


Και έτσι σαν διαβάσαμε
όλες τις συνταγές
Εν τέλει αποφασίσαμε
Και κάναμε γεμιστές πιπεριές

Είδα το Χάρο ένα δειλινό


Ήρθε ο Χάρος από ψηλά

Πριν έρθει το βραδάκι

Δεν είχε ουρά μόνο φτερά

Ήταν αγγελουδάκι

 
Του λέω σε παρακαλώ

Έχω πολλά να κάνω

Για κάνε μου ένα καλό

Δεν θέλω ακόμα να πεθάνω

 
Ο θάνατος μου λέει του κορμιού

Είναι μια άλλη αρχή της ψυχής σου

Θα πάμε οι δυο κάπου αλλού

Εκεί είναι η αιώνια ζωή σου

 
Επέμεινα για παράταση

Να μείνω λίγο ακόμα

Τώρα ήρθε η Άνοιξη

Δεν θέλω να μπω στο χώμα

 
Πόλεμος γίνεται παντού

Μου λέει το αγγελουδάκι

έχω να πάω και αλλού

Για σκέψου το λιγάκι

 
Δεν με ενδιαφέρει που θα πας

Άσε με λίγο να ζήσω

Εσύ σαν άγγελος που μ’ αγαπάς

Άσε με εμένα πίσω

 
Μα δεν γίνεται αυτό

Έχω τη διαταγή μου

Εσύ παρακάλα το Θεό

Θα ‘χεις και την ευχή μου


Τι μου χρειάζεται η ευχή

Μια και θα πεθάνω

Δεν θα αισθάνομαι με το κορμί

Τι άλλο θα απολαμβάνω

 
Θα απολαμβάνεις τα ουράνια

Μόνο με την ψυχή σου

Και αυτό θα ‘ναι αιώνια

Δεν χρειάζεται πια το κορμί σου


Ήρθε και ο Αρχάγγελος

Και λέει στο αγγελουδάκι

Έλα πεθαίνει και ο Ευάγγελος

Για βιάσου και λιγάκι


Σαν άνοιξα διάπλατα τα μάτια

Και είχε περάσει η μπόρα

Και άκουσα να κελαηδούν τα πουλάκια

Θεέ μου δεν ήρθε ακόμα η ώρα

Περίληψη από τη ζωή μας στον Καναδά


Απ’ το χωριό βρεθήκαμε

Στο «Μπλουρ» και «Μαργαρέτα»

Εκεί ανταμωθήκαμε

Και ζούσαμε δέκα-δέκα

 

Κάναμε μια μικρή αποικία

Μια απόδημη φωλιά

Οικογένειες ερχότανε μια-μια

Με γέρους και μικρά παιδιά

 

Η αποικία γέμισε

Πλημμύρισε η «Μαργαρέτα»

Το χωριό μας άδειαζε

Έφευγαν δέκα-δέκα

 

Οι οικογένειες μεγάλωναν

Και δεν μας χωρούσε πια

Οι πόνοι του χωριού χαλάρωναν

Σαν πιάναμε λίγα λεφτά

 

Και σαν τα μυρμήγκια

Που βγάζουνε φτερά

Πετούσαμε ένας-ένας

Να κάνουμε χώρια φωλιά

 

Ο άνεμος μας σκόρπισε

Ανατολή και δύση

Και ο καθένας μας κατόρθωσε

Να ‘χει δικό του σπίτι

 

Τα χρόνια πήγαιναν καλά

Με γάμους, γιορτές και γλέντια

Με πανηγύρια πολλά

Και δώρα χρυσαφένια

 

Λίγα λεφτά οικονομήσαμε

Τρέχοντας στις δουλειές μας

Τα γλέντια συνεχίζαμε

Μεγάλωσαν τα παιδιά μας

 

Τώρα τα παιδιά πετάξανε

Έκαναν δική τους φωλιά

Και αυτά νοικοκυρεύτηκαν

Και έφυγαν πιο μακριά

 

Χαλάρωσε η δυνατότητα

Τελείωσαν οι επιδείξεις

Κοντεύει η πραγματικότητα

Άρχισαν οι επιδείξεις

 

Μας ενοχλούν οι ρευματισμοί

Σαν πάμε να κοιμηθούμε

Και ήδη δυσκολευόμαστε

Τις σκάλες ν’ ανεβούμε

 

Χαιρόμαστε με τα εγγονάκια μας

Μας είναι η γιατρειά

Αν και πονάν τα κοκαλάκια μας

Τα παίρνουμε αγκαλιά

 

Γλέντια δεν κάνουμε πολλά

Χορούς και πανηγύρια

Σε κηδείες βρισκόμαστε συχνά

Μικραίνει η απόδημη φωλιά

 

Εκεί σκυμμένοι και σεμνοί

Σκεφτόμαστε όλη τη ζωή

βλέποντας μια ισότητα


Που αυτή είναι η πραγματικότητα

Η προσωρινή μας αυτή ζωή


Στην προσωρινή μας τη ζωή

Μας χάραξε ο Θεός πορεία

Ο ένας να την περνάει πι και φι

Και ο άλλος σαν τρικυμία

 

Αν και η αρχή σου είναι πι και φι

Μη χάνεις ποτέ τη μετριοφροσύνη

Να παραμένει η στράτα σου σωστή

Χρειάζεται πάντα ευγνωμοσύνη

 

Στην τρικυμία της ζωής

Μη χάνεις ποτέ το κουράγιο

Για να μπορέσεις ν’ απαλλαχτείς

Πριν σε βρει το ναυάγιο

 

Ανηφοριές, κατηφοριές

Θα ‘χουν οι δυο στράτες

Να ‘μαστε απ’ όλες τις πλευρές

Περήφανοι διαβάτες

 

Διάβαινε, κοίταγε μπροστά

Αν θες να προοδέψεις

Ρίχνε και πίσω μια ματιά

Τον δρόμο σου μη λαθέψεις

 

Η στράτα μας είναι μικρή

Περνάει μάνι-μάνι

Σαλτάρεις χωρίς επιστροφή

Απ’ της ζωής το λιμάνι

 

Μαζεύουμε πλούτη, υλικά

Γεμίζουμε μπασκέτες

Χωρίς να το σκεφτούμε λογικά

Πως το σάβανο δεν έχει τσέπες

 

Άνθρωπε σκέψου το καλά

Και μη γίνεσαι πλεονέκτης

Σαν πάει η ψυχή σου εκεί ψηλά

Δεν κρίνεται με τα υλικά που έχεις

Από αυτά που θυμάμαι


Καβάλα στα γαϊδουράκια μας

Μαζί με τον Αργύρη

Με τα λαστιχένια παπουτσάκια μας

Στου Αμυνταίου το πανηγύρι

 

Είχαμε από εφτά δραχμές

Να φάμε και να πιούμε

Τα μαζέψαμε από μικρές δουλειές

Για να ικανοποιηθούμε

 

Γέμισε ο δημόσιος από παιδιά

Κάρα και πεζοπορία

Γαϊδούρια έβλεπες πολλά

Και κούρσα από καμία

 

Στο πανηγύρι φτάσαμε

Είχε εκεί κρύο μπούζι

Της Σωτήρας τα κεφτεδάκια φάγαμε

Και από ένα κουλούρι

 

Στις λοταρίες πέσαμε

Χάσαμε τα λεφτά μας

Τα γαϊδουράκια τα χάσαμε

Τελείωσε η χαρά μας

 

Τα γαϊδουράκια λύθηκαν

Και φύγανε στο χωριό

Και πριν έρθει το δειλινό

Πεζοπορία εμείς οι δυο

 

Εις το χωριό εν τω μεταξύ

Ξεφλούδιζαν καλαμπόκια

Γέλια, τραγούδια και κρασί

Και ερωτικά παιχνιδάκια

 

Απόψε θα ξεφλουδίζανε

Στη δική μας γειτονιά

Κολοκυθιά θα παίζουμε

Θα έχει κορίτσια πολλά

 

Με λάμπες, φανάρια και κεριά

Έλαμπαν όλες οι στέγες

Μα καμιά φορά δεν θυμόμασταν

Να απλώνονταν οι φλόγες

 

Στοίβα τα καλαμπόκια

Τσούρμο από παιδιά

Δωρεάν ψυχαγωγία είχαμε

Τα χρόνια εκείνα τα παλιά

 

Την κολοκυθιά παίζαμε

Καθένας τον αριθμό του

Και όλοι προσπαθούσαμε

Να χάσει ο διπλανός του

 

Έχω μια κολοκυθιά

Που κάνει τρία κολοκύθια

Το τρία ήταν αφηρημένος

Γιατί ήταν ερωτευμένος

 

Χάνοντας το παιχνίδι του

Έπρεπε να τιμωρηθεί

Κατάπινε την περηφάνια του

Και σηκωνόταν όρθιος να πει

 

Αυτήν που αγαπώ

Απόψε είναι εδώ

Και φοράει φούστα με καρό

 

Έσκυβε το κεφάλι η κοπελιά

Κοκκίνιζε το πρόσωπό της

Γελούσανε όλα τα παιδιά

Βγήκε το μυστικό της

 

Τα καλαμπόκια τα βράζανε

Ο παππούς και η γιαγιά

Στην πογιάτα τα προφυλάγανε

Μην τα κλέψουν τα μικρά παιδιά

 

Τα πιτσιρίκια απ’ έξω τρέχανε

Σαν τα μικρά λυκάκια

Κλεμμένα καλαμποκάκια τρώγανε

Στα φεγγαρόλουστα σοκάκια

 

Και έτσι η δουλειά μας γινότανε

Το λέγαμε ουριντίτσα

Χωρίς λεφτά γλεντάγαμε

Βλέποντας όμορφα κορίτσια

Θυσία μιας αδελφής


Μάνα μου φεύγουν μακριά

Όλα τα παλικάρια

Πάνε για να βρουν δουλειά

Είναι όλοι στα λιμάνια

 

Πρέπει να φύγω κι εγώ αλλού

Και όπου με βγάλει η άκρη

Αφού ήταν θέλημα Θεού

Και μ’ έκανε προστάτη

 

Που θα με αφήσεις γιόκα μου

Με τρία κοριτσάκια

Μα γι’ αυτό θα φύγω μάνα μου

Δεν ψάχνω εγώ παλάτια

 

Δουλειές δεν έχει εδώ κοντά

Δώσε μου όλες τις ευχές

Θα πρέπει να φύγω μακριά

Για να παντρέψω τις αδελφές

 

Με κάθε τρόπο έραυνε

Μα μάταια η φροντίδα

Κι ο καιρός πέρναγε

Χωρίς καμιά ελπίδα

 

Η μεγαλύτερη αδελφή

Τα είχε πιάσει τα δεκαεφτά

Όμορφη μελαχρινή

Με μαύρα μακριά μαλλιά

 

Ο πατέρας είχε εξαφανιστεί

Στον πόλεμο του σαράντα

Δεν ήξεραν εάν είχε σκοτωθεί

Μα χάθηκε για πάντα

 

Πολλά παιδιά στην ξενιτιά

Που έχασαν την ιθαγένεια

Κορίτσια του τόπου έψαχναν

Να κάνουν οικογένεια

 

Φωτογραφίες έστελναν

Υποψήφιοι γαμπροί

Χωρίς προίκα θα την έπαιρναν

Αυτή που θα ‘χε δεχτεί

 

Ρωτάνε τη μελαχρινή

Την όμορφη Ουρανία

Αν θέλει αυτή να παντρευτεί

Να κάνει μια θυσία

 

Εάν θα δεχτεί η Ουρανία μας

Είναι στα δικά της χέρια

Για να γλυτώσουμε όλοι μας

Από αυτή τη μιζέρια

 

Που θα με στείλεις μάνα μου

Μικρή σε ξένο μέρος

Παλιά θα ‘ναι η φωτογραφία του

Μπορεί τώρα να ‘ναι γέρος

 

Εγώ αγαπώ έναν ρωμιό

Ένα όμορφο παλικάρι

Είναι κι αυτός απ’ το χωριό

Χωρίς προίκα θα με πάρει

 

Βουρκώσανε τα μάτια της

Σουρούπωσε η ομορφιά της

Σωριάστηκε δίπλα απ’ τη μάνα της

Και έτρεχαν τα δάκρυά της

 

Την άλλη μέρα το πρωί

όλο το χωριό βροντούσε

Η Ουρανία είχε κλεφτεί

Με αυτόν που αγαπούσε

Η βρύση του χωριού


Μπροστά στου Στέργιου το καφενειό

Ήταν η βρύση με νερό

Οι κοπελιές γεμίζανε

Και τα’ αγόρια ψιθυρίζανε

 

Εγώ αγαπώ αυτήν

Με τις μακριές πλεξούδες

Την είδα χθες στην εκκλησιά

Και της έκανα μια ματιά

 

Μιλούνε δυο κοπελιές

Ξέρεις τι λέω εγώ καλέ

Να αδειάσουμε σπίτι το νερό

Γιατί δεν είδα αυτόν που αγαπώ

 

Που πάτε κορίτσια από ‘δω

Μήπως δεν φέρατε νερό

Μάνα ’μ το νερό το φέραμε

Εμείς απ’ άλλο υποφέρουμε

Ο Δημολιός και η Σουλτάνα


Σε μια γειτονιά φτωχική

Μια μάνα είχε έξι αγόρια

Τα μεγάλωνε αυτή μοναχή

Τρελαίνονταν απ’ τη στεναχώρια

 

Ο πιο μεγάλος ο Δημολιός

Που έτρωγε πολύ μακάλο

Ήταν αδύνατος και ψηλός

Τον φωνάζανε σουκάλο

 

Ερωτεύτηκαν εκεί

Μαζί με τη Σουλτάνα

Ήταν μεγάλη και τρανή

Την φώναζαν νταρντάνα

 

Είχε αδερφό στην Αμερική

Θα έφευγαν μάνι-μάνι

Πήγαν τους προβόδισαν μερικοί

Από του Πειραιά το λιμάνι

 

Σαν έφτασαν στον Καναδά

Οι δυο τους χωρίς λεφτά

Χυθήκανε μες τη δουλειά

Δουλέψανε πολύ σκληρά

 

Για να μην τα πολυλογώ

Μετά από λίγο καιρό

Άνοιξαν δική τους δουλειά

Για να γεμίσουνε με λεφτά

 

Ο Ντίμος στην κουζίνα ήτανε

Η Ντάνα σερβιτόρα

Και κάθε λίγο μάλωναν

Πέντε-έξι φορές την ώρα

 

Σου είπα το τσιζ εδώ δεν πάει

Λύσσα που να σε φάει

Με μπέικον το θέλει το αυγό

Και όχι πολύ σκληρό

 

Μια μέρα δεν τα κατάφερε

Να φέρει τη σούπα ίσα-ίσα

Πανάθεμά  σε ανεπρόκοπε

Που να σε φάει λύσσα

 

Τα βράδια ονειρεύονταν

Και κάθε λίγο να ξυπνάει

Λύσσα επάνω του ερχότανε

Προσπαθούσε να τον φάει

 

Και κάθε μέρα που περνάει

Φοβάται ο Ντίμος ο ψηλός

Μην έρθει λύσσα και τον φάει

Ήτανε και λίγο δειλός

 

Οι μπίζνες μεγάλωναν

Πάχυνε λίγο ο ψηλός

Λίγο-πολύ ομόρφυνε

Μα δεν τα ‘βγαζε μοναχός

 

Μα και η Ντάνα η ψηλή

Που έπινε κάμποση μπύρα

Έγινε τώρα πιο τρανή

Έμοιαζε με την Σωτήρα

 

Πιατά στην κουζίνα είχε χρειαστεί

Να βοηθάει ίσα-ίσα

Ήρθε μια όμορφη μικρή

Που την έλεγαν Lisa

 

Ένα Σαββάτο πρωί

Πήγε η Ντάνα στο μαγαζί

Ο Ντίμος όμως είχε εξαφανιστεί

Τον έφαγε η Lisa η μικρή