Η Άνοιξη


Τα χελιδόνια ήρθανε

Και πάλι στα  χωριά

Τα χιόνια όλα λιώσανε

Απ’ τα ψηλά βουνά

 

Με την ψαλιδένια τους ουρά

Τρέχουν να χτίσουνε φωλιά

Να μεγαλώσουν τα μικρά

Για να ξανάρθουν και αυτά

 

 

Ο κούκος κελάηδησε

Στα πράσινα κλαριά

Πριν φάνε τα παιδάκια

Την πρώτη τους μπουκιά

 

Ανέτειλε ο ήλιος

Απ’ το ψηλό βουνό

Μα ο αγρότης έχει φύγει

Για τον προορισμό

 

Ακούστηκε εις το χωριό

Μια ομαδική φωνή

Παιδιά από το σχολειό

Που θέλανε εκδρομή

 

Περνούσανε απ’ το χωριό

Και ο δάσκαλος με το εν δυο

Να κάνουνε μάθημα

Οικολογικό

 

Να δουν τη φύση από κοντά

Που μας χαρίζει τόσα πολλά

Να μην την ενοχλήσουνε

Μα να τη βοηθήσουνε

 

Να μάθεις να τη σέβεσαι

Την ομορφιά της φύσης

Καμιά ζημιά και τίποτα

Πίσω σου μην αφήσεις

 

Μα κύριε ποιος την έπλασε

Τούτη εδώ τη φύση

Θέλω να ξέρω εάν κάποτε

Θα έχουμε αυτή τη λύση

 

Αυτό παιδί μου που ρωτάς

Είναι μεγάλη πράξη

Θα ‘ναι σε άλλο μάθημα

Σε πιο μεγάλη τάξη

Καλοκαίρι 1953


Τέσσερα δωδεκάχρονα παιδιά

Βγήκανε για να βρουν δουλειά

Στη Σκύδρα για να μαζέψουνε

Ροδάκινα πολλά

 

Ο Χρήστος είχε οχτώ δραχμές

Ο Γιώργος δεκατρείς

Ο Γιάννης είχε πενήντα τρεις

Χρωστάει στον Πέτρο είκοσι τρεις

 

Ο Πέτρος λέει εγώ παιδιά

Δεν έχω πάει πολύ μακριά

Ο Γιώργος ως το Αμύνταιο

Και έχει μείνει μια βραδιά

 

Εσείς να ακουμπήσετε

Εις τη δική μου πλάτη

Λέει ο Χρήστος εγώ έχω πάει

Ως την Κλαδοράχη

 

Πήρανε όλοι από ένα τορβά

Και ετοιμάστηκαν για μακριά

Απ’ ένα καρβέλι ξερό ψωμί

Και όποιος είχε λίγο τυρί

 

Βγήκανε στο δημόσιο

Στου Καζάκο την καρυδιά

Περνάει ένας οδηγός

Για πού πάτε βρε παιδιά

 

Στη Σκύδρα πάμε για δουλειά

Και εγώ πάω εκεί κοντά

Μα τι τύχη ήταν αυτή

Εις την καρότσα όλοι μαζί

 

Πριν φτάσουν όμως εκεί

Τους έπιασε μια βροχή

Και όπως ήταν όλοι μαζί

Είχανε γίνει πια παπί

 

Μια αχυρώνα βρήκανε

Για να κοιμηθούνε

Και απλώσανε τα ρούχα τους

Για να ξεραθούνε

 

Μαζέψανε λίγα λεφτά

Και σαν μικρά παιδιά

Ο ένας αγόρασε του ηλίου γυαλιά

Και ο άλλος μια πουκαμισιά

 

Ο τρίτος αγόρασε κι αυτός

Δίχρωμο σκαρπίνι

Και ένας αγόρασε χαλβά

Και ένα κουτί θρυψίνη

 

Γυρίζοντας πίσω στο χωριό

Κρίμα λέει ένας γονιός

Που δεν σκέφτηκε λιγάκι

Να φέρει ένα γουρουνάκι

 

Άλλος γονιός παραπονέθηκε

Ο γιός μου που δεν το σκέφτηκε

Να ‘φερνε καμιά δραχμή

Για να παντρεύαμε καμιά αδελφή

 

Και αυτά τα τέσσερα παιδιά

Τώρα χορτάσανε από δουλειά

Και έχουν νοσταλγήσει

Τα χρόνια εκείνα τα παλιά

 

Ο Γιάννης έμεινε στην Ελβετία

Ο Χρήστος στο χωριό εκεί

Ο Γιώργος πάει και στη Γαλλία

Και ο Πέτρος είναι στην Αμερική

Οι καταφυγόντες


Πέφτανε βόμβες στο χωριό

Χτύπαγε η καμπάνα

Τα πολυβόλα θερίζανε

Και έκλαιγε μια μάνα

 

Πουβόλο πουβόλο

Φώναζε ένα μικρό παιδί

Η μάνα του όμως ήξερε

Ότι εννοούσε πολυβόλο

 

Η νύχτα ήταν βαριά

Εις τα υπόγεια τα σκοτεινά

Ξυπόλητα και νηστικά

Κρυβόταν όλα τα μικρά

 

Μια μαύρη νύχτα σαν κι αυτή

Ήρθαν οι αντάρτες στην αυλή

Έψαχναν να βρούνε

Το μεγαλύτερο παιδί

 

Πάλαϊ τούκα πάλαϊ τάμο

Οι αντάρτες λέγανε

Δεν είναι κανείς εδώ χάμω

Και μανάδες κλαίγανε

 

Το βρήκανε κρυμμένο

Μέσα σε μια ντουλάπα

Έτρεμε μέσα στο πάπλωμα

Που ‘τανε σκεπασμένο

 

Μήπως έχετε λίγο ψωμί

Είπανε οι αντάρτες

Αυτό θα ‘ναι η τροφή

Και στο δικό σας το παιδί

 

Έκλαιγε η μανούλα του

Έκλαιγαν και τ’ αδελφάκια

Κι αυτοί εξαφανίστηκαν

Μέσα στα στενά σοκάκια

 

Σε αυτό το σπίτι είπανε

Ζουν τέσσερα αγόρια

Η μάνα τους τρελαινόταν

Από τη στενοχώρια

 

Που είναι μπάμπω τα παιδιά

Που τα ‘χετε κρυμμένα

Τα δύο είναι πολύ μικρά

Τα άλλα έχουν πιάσει τα βουνά

 

Η νύχτα ξημέρωσε

Και ακούστηκε μια κραυγή

Ο κλητήρας μας ενημέρωσε

Να μαζευτούμε όλοι εκεί

 

Μαζεύτηκαν γυναικόπαιδα

Ανάπηροι και γέροι

Μα όλα τα γενναιόπαιδα

Κανείς να μην τα ξέρει

 

Εκεί μας ενημερώσανε

Τι πρόκειται να γίνει

Μέσα σε δυο μερόνυχτα

Εις το χωριό κανείς μη μείνει

 

Φρίκη απλώθηκε στο χωριό

Φόβος, τρόμος και πανικός

Αρπάζανε ότι μπορούσανε

Στην πλάτη τους τα κουβαλούσανε

 

Το καμπανάκι του σχολειού

Έπαψε να χτυπάει

Και το μικρό μας το χωριό

Άρχισε να πονάει

 

Και πριν φτάναμε στο μαύρο νερό

Γυρίζαμε το κεφάλι

Λέγαμε στο έρημο χωριό

Πως θα ξανάρθουμε πάλι

Ο γυρισμός στο χωριό


Χτυπάει η καμπάνα γιορτινά

Φθινόπωρο του σαράντα εννιά

Ο πόλεμος τελείωσε

Μα το χωριό μας μείωσε

 

Πολλά παιδιά σκοτώθηκαν

Άλλα εξαφανίστηκαν

Σπίτια εγκαταλειμμένα

Σπίτια γκρεμισμένα

 

Χάσανε μάνες τα παιδιά

Χάσανε τους συντρόφους

Αμέτρητα άφθαρτα κορμιά

Εις τα βουνά και λόφους

 

Γυρίσαμε πίσω στο χωριό

Στις όμορφες γειτονιές μας

Να κοιμηθούμε στα σπίτια μας

Να γιάνουν οι πληγές μας

 

Μια αγιάτρευτη πληγή

Θα ‘ναι η πληγή της μάνας

Την παίρνει στον τάφο της μαζί

Αυτή που έχει χάσει το παιδί

 

Να θυμόμαστε όλους αυτούς

Που δεν έχουν γυρίσει

Για ‘μας που επιστρέψαμε

Η ζωή θα συνεχίσει

 

Το καμπανάκι του σχολειού

Άρχισε να χτυπάει

Και το μικρό μας το χωριό

Σαν να ‘παψε να πονάει

 

Ήταν η αρχή μιας ειρηνικής ζωής

Στα τελευταία εξήντα χρόνια

Και από τα βάθη της ψυχής

Ευχόμαστε να ‘ναι αιώνια

Μπάμπω Γκεράκα η μαμή 1881-1957


Αύγουστος μήνας ήτανε

Με βροχές και καταιγίδες

Όλοι στα σπίτια τους πήγανε

Αφήσανε τις φροντίδες

 

Τα τρία ποτάμια σμίξανε

Κοντά στον Αϊ Δημήτρη

Παντού και τα πάντα πνίξανε

Κοντεύανε στου Στάσου το σπίτι

 

Μια γριά είδαμε να τρέχει

Ξυπόλητη μέσα στη βροχή

Και ενώ συνέχιζε να βρέχει

Μπήκε στου Στάσου την αυλή

 

Βγήκε η Γκεράκα μοναχή

Έτρεξε προς τον Πόριο

 Ο χείμαρρος είχε φουντώσει

Σαν να ‘ταν τεράστιο όρνιο

 

Το είχανε ως δεισιδαιμονία

Και πήγαινε η μαμή μοναχιά

Μην έχει κανείς καμιά υποψία

Για να ‘χει η μάνα γέννα ελαφριά

 

Ενώ συνέχιζε η βροχή

Φούντωνε και ο Πόριος

Ήρθε η ώρα η καλή

Ακούστηκε μια μικρή φωνή

 

Να σας ζήσει είπε η μαμή

Είναι όμορφο κοριτσάκι

Να ‘ναι η τύχη της καλή

Είναι σαν άσπρο περιστεράκι

 

Και έτσι συνέχιζε η μαμή

Η μπάμπω Γκεράκα η τρανή

Με την καλή της την ψυχή

Και την τεράστιά της την πυγμή

 

Η Γκεράκα αυτή η γριά

Χωρίς βότανα και μάγια

Με σύντροφο την Παναγιά

Τα χέρια της ήταν σαν άγια

 

Την Τρίτη βραδιά πήγαινε

Με ένα πιάτο λαγγίτες

Με ένα πουκαμισάκι που το έραβε

Που το έπαιρνε πήχες-πήχες

 

Το πιάτο της το γυρίζανε

Με ένα ευχαριστήριο

Το πουκαμισάκι όπως το φόραγαν

Τώρα μας φαίνεται μυστήριο

 

Το πουκαμισάκι το έραβαν

Χωρίς άνοιγμα του κεφαλιού

Με θράκα το άνοιγμα καίγανε

Να παν τα ξωτικά αλλού

 

Κανείς δεν μπόρεσε να μου πει

Όσους και να ‘χω ρωτήσει

Πως έγινε σε όλους μας μαμή

Με θέλημα Θεού ζωή σε όλους να μας χαρίσει

 

Ίσως που αυτή δεν μπόρεσε

Να σώσει το παιδί της

Την υπόλοιπη ζωή της αφιέρωσε

Άλλα παιδιά να βοηθήσει

 

Αυτή η Γκεράκα η μαμή

Ήταν κάποτε νέα

Όμορφη, μελαχρινή

Ψηλή και θαρραλέα

 

Την πάντρεψαν πολύ μικρή

Δεκατεσσάρων χρόνων

Απόχτησαν ένα παιδί

Και τους πέθανε δέκα ημερών

 

Αρρώστησε και ο άνδρας βαριά

Με αγιάτρευτη αρρώστια

Έψαχναν να βρουν γιατρειά

έτρεχαν δεξιά και αριστερά

 

Πεθαίνει και ο άνδρας της

Και τώρα μένει χήρα

Μόνο στα δεκάξι της

Αυτό είχε γράψει η μοίρα

 

Στενοχωριότανε ποιόν θα της βρουν

Πως ήταν τα χρόνια εκείνα

Κιορ, σακάτ καμπούλ

 (τυφλός, σακάτης θα τον δεχτείς)

Λες και δεν έφτανε η πείνα

 

Βρέθηκε άλλος χωριανός

Παντρεύτηκαν με προξενιά

Χήρος ήταν και αυτός

Και αυτός χωρίς παιδιά

 

Αποκτήσανε δύο παιδιά

Δύο ψηλά παλικάρια

Φεύγει ο άνδρας στην ξενιτιά

Να μαζέψει λίγα δολάρια <<1912>>

 

Ο πόλεμος πιάστηκε

Και ο Στέφο Στάσος χάθηκε

Ήταν και άλλοι εκεί πολλοί

Που έπαιξαν το ίδιο βιολί

 

Τα ανάθρεψε η μάνα τα παιδιά

Με αγάπη και συμπόνια

Και να σου ο άσωτος μια βραδιά

Μετά από εικοσιπέντε χρόνια

Πεντάμορφή μου γαρδένια


Να ‘μουν κρυστάλλινο νερό

Σε αυλάκια χρυσαφένια

Να ‘πλενες τον άσπρο σου λαιμό

Πεντάμορφή μου γαρδένια

 

Το πρόσωπό σου να ‘πλενες

Τα ολόξανθα μαλλιά σου

Τον ήλιο να τον θάμπωνες

Με όλη την ομορφιά σου

 

Να μ’ άφηνες να χάιδευα

Τα ολόξανθα μαλλιά σου

Να μπορούσα να σε μάγευα

Όπως εμέ η ομορφιά σου

 

Να μπολιαστώ σαν το βλαστό

Βαθιά μες την καρδιά σου

Να ‘μαι κι εγώ ένα μικρό

Κομμάτι της ομορφιάς σου

 

Και όταν φυσάει ο νοτιάς

Σφιχτά να σ’ αγκαλιάζω

Να σκύβεις και να με φιλάς

Κι εγώ να σε θαυμάζω

Όνειρο της Ανθούλας


Κάτω απ’ την ανθισμένη αμυγδαλιά

Σε μια ανοιξιάτικη δροσούλα

Πάνω στα μεταξωτά

Κοιμόταν η Ανθούλα

 

Κοιμόταν και ονειρευότανε

Τρία νέα παλικάρια

Τριγύρω της χορεύανε

Ερωτικά την πλανεύανε

 

Ο πρώτος της δίνει ανθισμένο κλαρί

Και ένα μικρό στολίδι

Ο δεύτερος ένα φλουρί

Και ολόχρυσο δαχτυλίδι

 

Ο τρίτος στο αυτί της ψιθύρισε

Δεν είχε αυτός στολίδι

Έσκυψε απαλά, τη φίλησε

Στα κόκκινά της χείλη

 

Ερωτικά πλανεύτηκε

Η όμορφη Ανθούλα

Στον ύπνο της ονειρεύτηκε

Πως έγινε πεταλούδα

 

Την πήρε στα χέρια ο νεαρός

Και θαύμαζε την ομορφιά της

Έγινε πεταλούδα κι αυτός

Για να ‘ναι πάντα κοντά της

 

Πέταξαν οι δυο τους ψηλά

Με τα χρωματιστά τους φτερά

Τριγύρω στην αμυγδαλιά

Έψαχναν να βρούνε φωλιά

Ο αμαρτωλός


Ένας φτωχός κακόμοιρος

Απ’ το μικρό χωριό

Θα ‘θελε να ‘ναι καλόμοιρος

Αγάπαγε το Θεό

 

Θεέ μου βοήθα με και με

Να βρω κάτι να φάω

Να ‘χω κι εγώ λίγο μεζέ

Πες μου που πρέπει να πάω

 

Σαν να του απάντησε ο Θεός

Πίσω από μια πορτούλα

Όπως ονειρευότανε αυτός

Να σου μια όμορφη κοτούλα

 

Βλέπει δεξιά και αριστερά

Μη δει το νοικοκύρη

Και σκέφτηκε τότε αμαρτωλά

Που το ‘χω το κλαδευτήρι;

 

Και πριν την πάει για σφαγή

Πάει να εξομολογηθεί

Γιατί είσαι τέκνο μου στενοχωρημένος

Μήπως είσαι ερωτευμένος

 

Πάτερ μου αμάρτησα

Και έκλεψα μια κότα

Τη βρήκα ολομόναχη

Πίσω από μια πόρτα

 

Γονάτισε παιδί μου εκεί

Και κάνε την προσευχή σου

Και μη στενοχωριέσαι πολύ

Ο Θεός θα ‘ναι μαζί σου

 

Τελειώνοντας την προσευχή

Βγαίνει έξω στην αυλή

Η κοτούλα που ήταν στο σχοινί

Είχε πια εξαφανιστεί

 

Δεν πέρασε πολύς καιρός

Πάλι στην εκκλησία ο αμαρτωλός

Παιδί μου είσαι ξαφνιασμένος

Πρέπει να είσαι ερωτευμένος

 

Αυτή τη φορά παππούλη μου

Η αμαρτία είναι μεγάλη

Μου ήρθε στα χέρια Θεούλη μου

Μια ζωντοχήρα άλλη

 

Την προσευχή σου τέκνο μου

Πέσε στα γόνατά σου

Ποια είναι αυτή βρε αγόρι μου

Αυτή που μένει κοντά σου;

 

Αχ βρε παππούλη μου πονηρέ

Την κοτούλα την έφαγες για μεζέ

Όμως αυτή η ζωντοχήρα

Είναι μόνο δική μου μοίρα