
O GUS και ο GASTIS απ’ το χωριό
Θα ανοίγανε εστιατόριο
Το αποφασίσανε οι δυο
Δίχως κανένα σχόλιο
Ο άλλος στην κουζίνα
Σε λίγο θα ανοίγανε
Και θα γεμίζανε χρήμα
Ταμπέλα μπροστά ετοιμάζανε
Με τα ονόματά τους
Εργάτες μέσα δουλεύανε
Βοηθούσανε και οι δυο τους
Επάνω η ταμπέλα θα έγραφε
«GUS AND GASTI
RESTAURANT»
Είχαν και μια όμορφη κοπέλα
Σερβιτόρα με σγουρό περμανάντ
Εν τω μεταξύ στην κουζίνα
Ιδέα δεν είχαν από μαγειρική
Όπως μας έλεγαν τα χρόνια εκείνα
Τι ξέρουν οι Αμερικάνοι από φαί;
Ρωτάει ο GASTIS τον
Κωνσταντή
Α μπρε Ντίνκα πως γίνεται το γκρέιβι;
το μακάλο μπρε και συ
Βραστό νερό και αλεύρι
Ήρθε η ώρα η καλή
Ανοίξανε διάπλατα τη θύρα
Έκαναν οι δυο τους προσευχή
Να ‘ναι γενναιόδωρη η μοίρα
Το μεσημέρι κόντευε
Δεν είδαν ούτε έναν πελάτη
Από μπροστά περνάγανε
Και δεν γυρίζανε μάτι
Δυο άνδρες μπήκαν για να φαν
Την στρώσανε καλά να χορτάσουν
Και όταν σηκώθηκαν να παν
Δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν
Ακούει ο μάγειρας σαματά
Και τρέχει πριν να μαλώσουν
Μου λεν δεν έχουν σήμερα λεφτά
«Μόντι» θα μας πληρώσουν
Α, δεν πειράζει Κωνσταντή
Είναι μόνο μια μέρα
Σήμερα είναι Κυριακή
Και Μόντι λένε τη Δευτέρα
Νάσου και ένας τύπος ταϊμπετλής
Κάθεται κι
αυτός να φάει
Διαβάζει το μενού και ευθύς
Τρία δάχτυλα κρατάει
Τρία αυγά εννοούσε να πει
Σε κάθε τεχνοτροπία
Που θα ‘ναι δική του εκλογή
Χωρίς λάθεψη καμία
Το ένα να ‘ναι μέτριο βραστό
Το άλλο λίγο ρουφηχτό
Το τρίτο να ‘ναι τηγανητό
Το τοστ στις άκρες μαλακό
Βγαίνει ο μάγειρας νευρικά
Κρατά ένα μαύρο τηγάνι
Τον πιάνει σφιχτά απ’ το γιακά
Τον σηκώνει ψηλά ως το ταβάνι
Εσύ που θέλεις όλα αυτά
Να πας στη μάνα σου
Να σ’ τα κάνει
Φεύγει και αυτός χωρίς να φάει
Περνάει το μεσημέρι
Το τηγάνι ακόμη σφιχτά το κρατάει
Πεντάρα δεν πιάσανε στο χέρι
Ξεχνάει το ρυζόγαλο στη φωτιά
Φουντώνει το άτιμο και ξεχειλίζει
Τρέχει ο μάγειρας και γλιστρά
Και σέρνεται ο πισινός του στο ρύζι
Την άλλη μέρα το πρωί
Δεν πέτυχε η σούπα στην κουζίνα
Μην στενοχωριέσαι Κωνσταντή
Θα λέγεται σούπα τζερλαντίνα
Οι Αμερικάνοι την άρεσαν πολύ
Την φάγανε πριν το μεσημέρι
Μόνο που δεν είχε συνταγή
Και δεν πρόκειται να την ξανακαταφέρει
Και τα παιδιά βοηθούσανε
Από μικρή ηλικία
Κάνανε ότι μπορούσανε
Χωρίς αντίρρηση καμία
Και έτσι συνέχιζε η ζωή
Η εφταήμερη δουλειά τους
Τρέχανε βράδυ και πρωί
Για να σπουδάσουνε τα παιδιά τους
Κοσμάς
Γιώτης
No comments:
Post a Comment