Τέσσερις Μαρτίου άφησα το χωριό
Και πήγα στην Αθήνα
Από εκεί θα ερχόμουν εδώ
Και θα περνούσα φίνα
Η κάμαρά μου ήταν στο βυθό
Στην «Κουίν Φρειδερίκη»
Τρείς άλλοι μαζί και εγώ
Κλεισμένοι σαν τα ποντίκια
Στη Νεάπολη σταματήσαμε
Ήταν η πρώτη στάση
Ως εκεί καλά περάσαμε
Ακόμη δεν μας είχε πιάσει
Από το Γιβραλτάρ σαν φύγαμε
Στα ανοιχτά νερά
Πολύ λίγοι όρθιοι μείναμε
Γέμισε ο τόπος από εμετό
Στο Χάλιφαξ σαν φτάσαμε
στις δεκατρείς Μαρτίου
Αμέσως το νιώσαμε
Του Καναδά το κρύο
Εκεί είχε απ’ όλα τα καλά
Ακόμη και σταφύλια
Μα ήτανε πολύ ακριβά
Με νερό βρέχαμε τα χείλια
Στο «Γιούνιον Στέισιον» βγήκαμε
Άπλυτοι, κουρασμένοι
Είδα τον θείο να έρχεται
Με μια μεγάλη χλαίνη
Έτρεξα και τον αγκάλιασα
Με μεγάλη μου λαχτάρα
Θυμάμαι που τον ρώτησα
Εάν έχει καμιά τσατσάρα
No comments:
Post a Comment