Ήρθαν οι φίλοι να με δουν
Από την πόλη τη μεγάλη
Μα τι κάθεσαι εδώ μου λεν
Θα πάθεις καμιά ζάλη
Με πήραν μαζί τους μια βραδιά
Να πιάσουμε κοριτσάκια
Μας μπάνησαν τ’ αδέρφια
Και πιάσαμε τα σοκάκια
Με φέρανε πίσω το πρωί
Και ευθεία στην κουζίνα
Πεντέμισι η ώρα ήταν η αρχή
Συνέχιζε η ρουτίνα
Εκεί όπως δουλεύαμε
Βαριά μες την κουζίνα
Και όπως κουβεντιάζαμε
Με πιάνει μεγάλη πείνα
Έτρωγα εγώ αχόρταγα
Κρυφά και φανερά
Με τίποτα δεν χόρταινα
Και ας ήμουνα μια σταλιά
Θυμόμουνα τη μάνα μου
Που με παρακαλούσε
Φάε βρε Κούζη αγόρι μου
Και η καρδιά της πονούσε
Και πάντα με συμβούλευε
Ποτέ να μην ξεχάσω
Όσο κι αν δεν με βόλευε
Τον ίσιο δρόμο να μη χάσω
Εις το λαβύρινθο της ζωής
Δεν αφήνεις πίσω νήμα
Πρόσεχε να μη χαθείς
Μελέτα το κάθε σου βήμα
Και όταν μόνος σου ξυπνάς
Και μόνος σου πλαγιάζεις
Σε ξένο τόπο όταν πας
Αμέσως ωριμάζεις
Δουλειές πολλές αλλάξαμε
Αμέτρητες συστάσεις
Στην «Μαργαρέτα» συχνάζαμε
Μας κούρευε ο Αναστάσης
Εκεί βρεθήκαμε οι δυο
Με έναν παλιό μου φίλο
Τον ήξερα απ’ το χωριό
Αγκαλιαστήκαμε με ζήλο
Πενταμελή ορχήστρα κάναμε
πέντε παλικάρια
Στο «Σύρος» όλα τα τρώγαμε
Για στέκια με μανιτάρια

No comments:
Post a Comment