Από μικρός αγάπησα
Στα αυλάκια του μεγάλωσα
Παίζοντας στο νερό
Και όταν ο ήλιος έβγαινε
Πίσω απ’ το βουνό
Ξυπόλητος μα χαρούμενος
Τον καλωσόριζα εγώ
Και όταν γλυκοχάραζε
Στην άκρη του χωριού
Ήτανε η αρχή μιας ατέλειωτης
Ημέρας καλοκαιριού
Ψωμί και αλάτι τρώγαμε
Μα σαν μικρά παιδιά
Τίποτα δεν ρωτάγαμε
Είχαμε λευτεριά
Καβάλα στο γαϊδουράκι μου
Στη δροσερή αυλή
Αφρούλα τη φωνάζαμε
Και όλοι τη θαυμάζανε
Ψωμί, τυρί και το μπουκλί
Στην πράσινή μας την αυλή
Τραβάγαμε για τη βοσκή
Ήταν οι μέρες ατέλειωτες
Και τόσο σημαντικές
Και όταν ο ήλιος έγερνε
Τελειώνανε κι αυτές
Και τα δρομάκια του χωριού
Γεμίζανε από παιδιά
Μόνο με φως του φεγγαριού
Παίζαμε τη Νορμανδία
Σεπτέμβριος κόντευε
Και η ψυχή μας έτρεμε
Τελείωνε η λευτεριά
Στα γράμματα ορέ παιδιά
Στις τάξεις μας πηγαίναμε πολλά είχαμε και λέγαμε
Το καλοκαίρι το κλαίγαμε
Και λέγαμε και λέγαμε
Τα πρωτοβρόχια αρχίσανε
Μα εμείς δεν λησμονήσαμε
Παίρνοντας τα βιβλία μας
Και ένα ξύλο για τη σόμπα μας
Μα ούτε το κατάλαβα
Πως ήρθανε τα Κάλαντα
Στην γκάιντα δραχμές πετούσαμε
Και όλη νύχτα γλεντούσαμε
Μετά από αυτό Χριστούγεννα
Και η πρωτοχρονιά
Τα κρύα μας πλάκωσαν και η βαρυχειμωνιά
Μα εμείς δεν σταματούσαμε
Όλο και την γλεντούσαμε
Λεφτά πολλά δεν είχαμε
Καλή παρέα τύχαμε
Με τ’ άλογα πηγαίναμε
Τα όργανα περιμέναμε
Τρείς παρέες με όργανα
Τα καρναβάλια ήρθανε
Και πάλι στο χωριό
Ήτανε ο Γκιούμπουρος
Δεν θέλαμε γιατρό
Βαρύ χειμώνα στο χωριό
Η σόμπα εκεί στο καφενειό
Τα βράδια νυχτέρι οι κοπελιές
Και οι νεαροί ακούνε στις αυλές
Φλεβάρης μήνας ήτανε
Και Κυριακή στην εκκλησιά
Ήταν η αρχή της Άνοιξης
Και ξανάρχιζε η δουλειά
Εγώ με έναν φίλο μου
Είχαμε πιάσει τα βουνά
Χωρίς να το καταλάβουμε
Χαθήκαμε για καλά
Οι εξετάσεις κόντευαν
Και η τελευταία μου χρονιά
Δώδεκα χρονών στην ηλικία
Βγαίναμε στην εξουσία
Χτένι, καθρέφτη και μαλλιά
Χωρίστρα κάναμε παιδιά
Νομίζαμε πως ξέραμε πολλά
Μυαλό πουλούσαμε στα πιο μικρά
Βροντούσε η αυλή απ’ τις φωνές
Είχα γονείς και δυο αδερφές
Και μια γιαγιά θρήσκα πολύ
Την αγαπούσαμε πολύ
Και μια μέρα σαν κι αυτή
Ακούστηκε και μια κραυγή
Πέθανε η γιαγιά μας η καλή
Την έφαγε η μαύρη γη
Περνούσανε όμορφα τα χρόνια
Θα ‘θελα να ‘τανε αιώνια
Η μια αδερφή παντρεύτηκε
Για λίγο ξενιτεύτηκε
Το λίγο έγινε πολύ
Έλειπαν δυο άτομα απ’ την αυλή
Εις το χωριό απλώθηκε
Της ξενιτιάς η χαραυγή
Και όπως φεύγανε πολλοί
Για μια καλύτερη ζωή
Το αποφάσισα κι εγώ
Ήτανε Μάρτης τότε πια
Και είχανε έρθει τα παιδιά
Και πριν έρθει το πρωί
Έλειπε ο τρίτος απ’ την αυλή
Εγώ όμως δεν φεύγω για πολύ
Να μην αδειάσει η αυλή
Μην κλαις μανούλα μου γλυκιά
Δεν θα με πλανέψει η ξενιτιά
Δεν σας αφήνω μοναχούς
Όπως μείνανε άλλοι
Θα κάνω λίγα χρήματα
Και θα γυρίσω πάλι
Περνώντας στο δρόμο του χωριού
Τους χαιρετούσα όλους
Καλό ταξίδι λέγανε
Χαιρετισμούς σε όλους
Μαντήλι άσπρο πέταξα
Για να γυρίσω πάλι
Κανέναν δεν ξέχασα
Στης ξενιτιάς την πάλη
Απ’ το χωριό βρέθηκα
Στην πόλη τη μεγάλη
Κανέναν δεν γνώριζα
Κανέναν δεν τον νοιάζει
Και ξαφνικά βρέθηκα
Στου καραβιού την πλώρη
Χαιρέταγα τη μάνα μου
που είχε μείνει μόνη
Το νεανικό μου το μυαλό
Ξεχάστηκε λιγάκι
Πως άφησα τη μάνα μου
Να πίνει το φαρμάκι
Πίσω μου άφηνα
Τη ζωή μου την παλιά
Μπροστά μου μόνο έβλεπα
Μια θάλασσα πλατιά









