Δέκα παιδιά Σκληθριώτικα
Τα κάλεσε η πατρίδα
Να παν να υπερασπίσουνε
Του κράτους τη φροντίδα
Ο ένας θα ‘ναι πεζικάριος
Ο άλλος οδηγός
Ο τρίτος πάει για μάγειρας
Και ένας λοχαγός
Όλοι αναρωτιόντανε
Τη νύχτα δεν κοιμότανε
Μα τι ξέρω εγώ από’ οδηγός
Εγώ γεννήθηκα γεωργός
Γίνανε φίλοι καρδιακοί
Και κάθε βράδυ ήταν μαζί
Τη μια στενοχωριότανε
Την άλλη ονειρευότανε
Μα τι φοβάστε βρε παιδιά
Λέει ο ένας φωναχτά
Τζάμπα θα ταξιδεύουμε
Τα βράδια θα χορεύουμε
Θα δούμε τόπο άγνωστο
Πλοία και αεροπλάνα
Και κάθε μέρα θα ‘χουμε
Γεμάτη καραβάνα
Πήρανε θάρρος τα παιδιά
Και πριν έρθει η βραδιά
Τον Τέγκο πήραν αγκαζέ
Χορό, πιοτό και άφθονο μεζέ
Την άλλη μέρα το πρωί
Έκαμνε και λίγο κρύο
Μαζεύτηκαν στο δημόσιο
Να ‘ρθει το λεωφορείο
Ακούγανε με προσοχή
Το τι λέει κάθε μάνα
Πρόσεχε αγόρι μου εσύ
Μη χάσεις την παραμάνα
Φωνάζανε όλοι αντίο, αντίο
Σου ουμ να μάμα σεύ
Μη βγάζεις το κεφάλι σου από το λεωφορείο
Και ένα παιδί τότε φώναξε
Από το λεωφορείο
Μάναααα μην ξεχνάς
Η μπράνβα είναι στο πλετ
Και έτσι απομακρύνθηκαν
Τα δέκα παλικαράκια
Άφησαν πίσω το χωριό
Να γίνουν φανταράκια
No comments:
Post a Comment