Που ήσουνα τόσο καιρό


Που πας βρε πονεμένε μου

Μες στα στενά σοκάκια

Γιατί είσαι ξενιτεμένε μου

Με δάκρυα στα μάτια

 

Που ήσουνα τόσο καιρό

Και μας είχες λησμονήσει

Να δεις το πράσινο βουνό

Νερό να πιείς στη βρύση

 

Μια βόλτα να κάνεις στο χωριό

Να δεις τους συγγενείς σου

Που ήσουνα τόσο καιρό

Άραγε τι θα ‘ναι η αφορμή σου

 

Στο δρόμο αυτός πηγαίνοντας

Ακούει τα μικρά παιδάκια

Ποιος είναι αυτός ο γέροντας

Με λιγοστά μαλάκια

 

Θυμόταν σε τούτο το χωριό

Κάποτε είχε ζήσει

Δίψασε για λίγο νερό

Μα έλειπε η βρύση

 

Θυμόταν πριν ξενιτευτεί

Που ζούσαν οι συγγενείς του

Έτρεξε για να τους δει

Μα αυτοί είχαν φύγει απ’ τη ζωή

 

Το μόνο που γνώριζε καλά

Και δεν είχε αλλάξει

Ήταν τα πράσινα βουνά

Που το χωριό έχουν φράξει

 

Έσκυψε το κεφάλι του

Περπάταγε για να φύγει

Μέσα στο δειλινό σ’ ένα στενό

Μια αυλόπορτα είδε ν’ ανοίγει

 

Έλα ξενιτεμένε μου

Λίγο να ξαποστάσεις

Λίγο νερό καημένε μου

Το νου σου να ξεκουράσεις

 

Κοιτάχτηκαν στα μάτια τους οι δυο

Και είδανε τους γονείς τους

Βρεεε η αδελφή σου είμαι εγώ

Και πνίχτηκαν στους λυγμούς τους

No comments:

Post a Comment