Μια μέρα όπως τα λέγαμε
Για την οικονομία
Τα μικρά παιδάκια παίζανε
Και δεν δίνανε σημασία
Λέγαμε ότι εκείνο τον καιρό
Πως λέγανε οι γέροι στο Βόλο
Εάν βρεις πολύ βούτυρο
Θα βάλεις και στον κώλο
Πήγαν τα παιδάκια στη θεία τους
Να παίξουν με τα ξαδερφάκια
Και τα ρωτά ο θείος τους
Τι κάνει ρε ο μπαμπάς σου
Η μάμη μου μαγείρευε
Έκανε φαί σαν απ’ το Βόλο
Και ο μπαμπάς μου γύρευε
Να βάλει βούτυρο και στον κώλο
Σε ένα ορεινό χωριό

Στη μέση του χειμώνα
Το κρύο ήταν τσουχτερό
Και το θυμάμαι ακόμα
Με παρακάλεσαν με χίλιες ευχές
Να πάω για να παίξω
Μου δίνανε είκοσι δραχμές
Και όσα τυχερά θα αρπάξω
Πεζοπορία πήγαμε
Με το ακορντεόν στον ώμο
Κοντέψαμε να παγώσουμε
Προς του χωριού τον όρο
Πήραμε να πάρουμε τον γαμπρό
Και από ‘κει τη νύφη
Και ύστερα το κουμπαριό
Μου ‘χε παγώσει η μύτη
Τα δάχτυλά μου παγώσανε
Κοκκίνισαν τ’ αυτιά μου
Είκοσι δραχμές μου δώσανε
Αυτή ήταν η πληρωμή μου
Χορεύει η νύφη και ο γαμπρός
Τα τυχερά ήταν πέντε δραχμές
Μετά η πεθερά και ο πεθερός
Μου δώσανε χίλιες ευχές
No comments:
Post a Comment