Δυο αδέλφια από τον Καναδά


Δυο αδέλφια απ’ τον Καναδά

Κάνανε το μυαλό τους

Να πάνε για τελευταία φορά

Να δούνε το χωριό τους

 

Λίγα χωράφια είχανε

Και ένα οικοπεδάκι

Θα τα πουλούσανε είπανε

Να πιουν κανένα ουζάκι

 

Άφησαν τις βαλίτσες στο χοτέλ

Και πήραν τη κατηφόρα

Τηλεφωνήσανε με το σελ

Πως στο χωριό ήτανε τώρα

 

Βρεθήκανε στο σπίτι τους μπροστά

Με ανοιχτό το στόμα

Η σκεπή που ‘ταν εκεί ψηλά

Βρισκότανε κάτω στο χώμα

 

Περνάνε δύο Αλβανοί

Ρωτάν μη θέλουν βοήθεια

Τους λεν πως έπεσε η σκεπή

Και δεν πρόκειται να πουληθεί

 

Μη στενοχωριέστε για τη σκεπή

Αυτό δεν έχει σημασία

Οι πέτρες έχουνε τώρα τιμή

Εκεί είναι η αξία

 

Βάλανε μπρος να μοιραστούν

Κάνανε δύο στοίβες

 Μία μεγάλη μία μικρή

Μια εμένα μια εσένα

 

Έκαναν δυο στοίβες ως τα ψηλά

Ντυμένοι οι Αλβανοί στα μαύρα

Μα δεν θα φτάνανε τα λεφτά

Ούτε για τα ναύλα

 

Μια πλάκα φάνηκε χαμηλά

Που ‘τανε κάτω στην αυλή

Κοιτάχτηκαν οι δυο τους πονηρά

Και αρπάζει ο ένας το κιοσκί

 

Σηκώνει ο ένας με το κιοσκί

Βαράει ο άλλος με το βαρύ

Και αναρωτιούνται οι Αλβανοί

Μα τι ψάχνουν οι δυο τους εκεί

 

Ψάχνανε λίρες για να βρουν

Να δώσουν στα παιδιά και εγγόνια

Και αντί για λίρες να βρεθούν

Βρήκανε κιούπι με φασόλια

 

Κάθισαν να πιούνε μια γουλιά

Λες κι έφταιγε όλη η Ελλάδα

Άλλοι να τρώνε τα φλουριά

Και αυτοί τη φασολάδα

 

Ρωτήσανε τον πρόεδρο

Τι έγιναν τα χωραφάκια

Τους λέει με τον αναδασμό

Τα πήραν τα ξαδερφάκια

 

Περάσανε απ’ την εκκλησιά

Να ανάψουν δυο κεράκια

Και θυμηθήκαν τα παλιά

Σαν ήταν μικρά παιδάκια

 

Σταθήκανε ακίνητοι

Να κάνουν την προσευχή τους

Να ευχαριστήσουν την Ανύμφευτη

Πως πήγε καλά η ζωή τους

 

Μια σιλουέτα είδανε

Μια μαυροφορεμένη

Ήτανε η μανούλα τους

Η χήρα η πεθαμένη

 

Μάνα φωνάξανε και οι δυο

Έτρεξαν να την αγκαλιάσουν

Μα αυτή εξαφανίστηκε

Πριν να την πλησιάσουν

 

Άστραψαν τα ουράνια

Λάμψανε τα παραθυράκια

Και είδαν τα δυο αδέλφια

Τρία αναμμένα κεράκια

 

Πήραν την ανηφοριά

Λίγο πριν σκοτεινιάσει

Ήταν η τελευταία τους βραδιά

Και ύπνος δεν θα τους είχε πιάσει

 

Έφαγαν και μέθυσαν ως αργά

Στα μαγαζιά του Πασπάλη

Είπαν σε όλους έχε γεια

Και δεν θα ξανάρθουνε πάλι

No comments:

Post a Comment