Οι καταφυγόντες


Πέφτανε βόμβες στο χωριό

Χτύπαγε η καμπάνα

Τα πολυβόλα θερίζανε

Και έκλαιγε μια μάνα

 

Πουβόλο πουβόλο

Φώναζε ένα μικρό παιδί

Η μάνα του όμως ήξερε

Ότι εννοούσε πολυβόλο

 

Η νύχτα ήταν βαριά

Εις τα υπόγεια τα σκοτεινά

Ξυπόλητα και νηστικά

Κρυβόταν όλα τα μικρά

 

Μια μαύρη νύχτα σαν κι αυτή

Ήρθαν οι αντάρτες στην αυλή

Έψαχναν να βρούνε

Το μεγαλύτερο παιδί

 

Πάλαϊ τούκα πάλαϊ τάμο

Οι αντάρτες λέγανε

Δεν είναι κανείς εδώ χάμω

Και μανάδες κλαίγανε

 

Το βρήκανε κρυμμένο

Μέσα σε μια ντουλάπα

Έτρεμε μέσα στο πάπλωμα

Που ‘τανε σκεπασμένο

 

Μήπως έχετε λίγο ψωμί

Είπανε οι αντάρτες

Αυτό θα ‘ναι η τροφή

Και στο δικό σας το παιδί

 

Έκλαιγε η μανούλα του

Έκλαιγαν και τ’ αδελφάκια

Κι αυτοί εξαφανίστηκαν

Μέσα στα στενά σοκάκια

 

Σε αυτό το σπίτι είπανε

Ζουν τέσσερα αγόρια

Η μάνα τους τρελαινόταν

Από τη στενοχώρια

 

Που είναι μπάμπω τα παιδιά

Που τα ‘χετε κρυμμένα

Τα δύο είναι πολύ μικρά

Τα άλλα έχουν πιάσει τα βουνά

 

Η νύχτα ξημέρωσε

Και ακούστηκε μια κραυγή

Ο κλητήρας μας ενημέρωσε

Να μαζευτούμε όλοι εκεί

 

Μαζεύτηκαν γυναικόπαιδα

Ανάπηροι και γέροι

Μα όλα τα γενναιόπαιδα

Κανείς να μην τα ξέρει

 

Εκεί μας ενημερώσανε

Τι πρόκειται να γίνει

Μέσα σε δυο μερόνυχτα

Εις το χωριό κανείς μη μείνει

 

Φρίκη απλώθηκε στο χωριό

Φόβος, τρόμος και πανικός

Αρπάζανε ότι μπορούσανε

Στην πλάτη τους τα κουβαλούσανε

 

Το καμπανάκι του σχολειού

Έπαψε να χτυπάει

Και το μικρό μας το χωριό

Άρχισε να πονάει

 

Και πριν φτάναμε στο μαύρο νερό

Γυρίζαμε το κεφάλι

Λέγαμε στο έρημο χωριό

Πως θα ξανάρθουμε πάλι

No comments:

Post a Comment