Αύγουστος μήνας ήτανε
Με βροχές και καταιγίδες
Όλοι στα σπίτια τους πήγανε
Αφήσανε τις φροντίδες
Τα τρία ποτάμια σμίξανε
Κοντά στον Αϊ Δημήτρη
Παντού και τα πάντα πνίξανε
Κοντεύανε στου Στάσου το σπίτι
Μια γριά είδαμε να τρέχει
Ξυπόλητη μέσα στη βροχή
Και ενώ συνέχιζε να βρέχει
Μπήκε στου Στάσου την αυλή
Βγήκε η Γκεράκα μοναχή
Έτρεξε προς τον Πόριο
Ο
χείμαρρος είχε φουντώσει
Σαν να ‘ταν τεράστιο όρνιο
Το είχανε ως δεισιδαιμονία
Και πήγαινε η μαμή μοναχιά
Μην έχει κανείς καμιά υποψία
Για να ‘χει η μάνα γέννα ελαφριά
Ενώ συνέχιζε η βροχή
Φούντωνε και ο Πόριος
Ήρθε η ώρα η καλή
Ακούστηκε μια μικρή φωνή
Να σας ζήσει είπε η μαμή
Είναι όμορφο κοριτσάκι
Να ‘ναι η τύχη της καλή
Είναι σαν άσπρο περιστεράκι
Και έτσι συνέχιζε η μαμή
Η μπάμπω Γκεράκα η τρανή
Με την καλή της την ψυχή
Και την τεράστιά της την πυγμή
Η Γκεράκα αυτή η γριά
Χωρίς βότανα και μάγια
Με σύντροφο την Παναγιά
Τα χέρια της ήταν σαν άγια
Την Τρίτη βραδιά πήγαινε
Με ένα πιάτο λαγγίτες
Με ένα πουκαμισάκι που το έραβε
Που το έπαιρνε πήχες-πήχες
Το πιάτο της το γυρίζανε
Με ένα ευχαριστήριο
Το πουκαμισάκι όπως το φόραγαν
Τώρα μας φαίνεται μυστήριο
Το πουκαμισάκι το έραβαν
Χωρίς άνοιγμα του κεφαλιού
Με θράκα το άνοιγμα καίγανε
Να παν τα ξωτικά αλλού
Κανείς δεν μπόρεσε να μου πει
Όσους και να ‘χω ρωτήσει
Πως έγινε σε όλους μας μαμή
Με θέλημα Θεού ζωή σε όλους να μας χαρίσει
Ίσως που αυτή δεν μπόρεσε
Να σώσει το παιδί της
Την υπόλοιπη ζωή της αφιέρωσε
Άλλα παιδιά να βοηθήσει
Αυτή η Γκεράκα η μαμή
Ήταν κάποτε νέα
Όμορφη, μελαχρινή
Ψηλή και θαρραλέα
Την πάντρεψαν πολύ μικρή
Δεκατεσσάρων χρόνων
Απόχτησαν ένα παιδί
Και τους πέθανε δέκα ημερών
Αρρώστησε και ο άνδρας βαριά
Με αγιάτρευτη αρρώστια
Έψαχναν να βρουν γιατρειά
έτρεχαν δεξιά και αριστερά
Πεθαίνει και ο άνδρας της
Και τώρα μένει χήρα
Μόνο στα δεκάξι της
Αυτό είχε γράψει η μοίρα
Στενοχωριότανε ποιόν θα της βρουν
Πως ήταν τα χρόνια εκείνα
Κιορ, σακάτ καμπούλ
(τυφλός,
σακάτης θα τον δεχτείς)
Λες και δεν έφτανε η πείνα
Βρέθηκε άλλος χωριανός
Παντρεύτηκαν με προξενιά
Χήρος ήταν και αυτός
Και αυτός χωρίς παιδιά
Αποκτήσανε δύο παιδιά
Δύο ψηλά παλικάρια
Φεύγει ο άνδρας στην ξενιτιά
Να μαζέψει λίγα δολάρια <<1912>>
Ο πόλεμος πιάστηκε
Και ο Στέφο Στάσος χάθηκε
Ήταν και άλλοι εκεί πολλοί
Που έπαιξαν το ίδιο βιολί
Τα ανάθρεψε η μάνα τα παιδιά
Με αγάπη και συμπόνια
Και να σου ο άσωτος μια βραδιά
Μετά από εικοσιπέντε χρόνια
No comments:
Post a Comment