Τέσσερα δωδεκάχρονα παιδιά
Βγήκανε για να βρουν δουλειά
Στη Σκύδρα για να μαζέψουνε
Ροδάκινα πολλά
Ο Χρήστος είχε οχτώ δραχμές
Ο Γιώργος δεκατρείς
Ο Γιάννης είχε πενήντα τρεις
Χρωστάει στον Πέτρο είκοσι τρεις
Ο Πέτρος λέει εγώ παιδιά
Δεν έχω πάει πολύ μακριά
Ο Γιώργος ως το Αμύνταιο
Και έχει μείνει μια βραδιά
Εσείς να ακουμπήσετε
Εις τη δική μου πλάτη
Λέει ο Χρήστος εγώ έχω πάει
Ως την Κλαδοράχη
Πήρανε όλοι από ένα τορβά
Και ετοιμάστηκαν για μακριά
Απ’ ένα καρβέλι ξερό ψωμί
Και όποιος είχε λίγο τυρί
Βγήκανε στο δημόσιο
Στου Καζάκο την καρυδιά
Περνάει ένας οδηγός
Για πού πάτε βρε παιδιά
Στη Σκύδρα πάμε για δουλειά
Και εγώ πάω εκεί κοντά
Μα τι τύχη ήταν αυτή
Εις την καρότσα όλοι μαζί
Πριν φτάσουν όμως εκεί
Τους έπιασε μια βροχή
Και όπως ήταν όλοι μαζί
Είχανε γίνει πια παπί
Μια αχυρώνα βρήκανε
Για να κοιμηθούνε
Και απλώσανε τα ρούχα τους
Για να ξεραθούνε
Μαζέψανε λίγα λεφτά
Και σαν μικρά παιδιά
Ο ένας αγόρασε του ηλίου γυαλιά
Και ο άλλος μια πουκαμισιά
Ο τρίτος αγόρασε κι αυτός
Δίχρωμο σκαρπίνι
Και ένας αγόρασε χαλβά
Και ένα κουτί θρυψίνη
Γυρίζοντας πίσω στο χωριό
Κρίμα λέει ένας γονιός
Που δεν σκέφτηκε λιγάκι
Να φέρει ένα γουρουνάκι
Άλλος γονιός παραπονέθηκε
Ο γιός μου που δεν το σκέφτηκε
Να ‘φερνε καμιά δραχμή
Για να παντρεύαμε καμιά αδελφή
Και αυτά τα τέσσερα παιδιά
Τώρα χορτάσανε από δουλειά
Και έχουν νοσταλγήσει
Τα χρόνια εκείνα τα παλιά
Ο Γιάννης έμεινε στην Ελβετία
Ο Χρήστος στο χωριό εκεί
Ο Γιώργος πάει και στη Γαλλία
Και ο Πέτρος είναι στην Αμερική
No comments:
Post a Comment