Δεκαετία του 1950


Η δεκαετία αυτή

Ήταν πολύ σημαντική

Είχαμε μεγάλη ελπίδα

Χωρίς να ‘χουμε καμιά φροντίδα

 

Τη φροντίδα την είχαν οι γονείς

Χωρίς να το ξέρουμε εμείς

Κάνανε ότι ήταν να γίνει

Μόνο μ’ αυτά που ‘χανε μείνει

 

Λεφτά πολλά δεν είχαμε

Και ούτε μας χρειάζονταν

Αυτός που είχε λίγο ψωμί

Με όλους το μοιράζονταν

 

Σκρουμπούστα στο δρόμο παίζαμε

Με πέτρες και με πλάκες

Στον κάμπο βέργες μαζεύαμε

Κλέντζα αυτή τη λέγαμε

 

Άνοιξε το σχολείο με βροχές

Και άρχισε η φροντίδα

Μάλλινες κάλτσες μακριές

Παπούτσι αλυσίδα

 

Ειρηνική ήταν η ζωή

Ατέλειωτες οι μέρες

Την αγαπούσαμε πολύ

Χωρίς βόμβες και χωρίς σφαίρες

 

Τελειώνοντας το δημοτικό

Ελεύθεροι σαν τα πουλιά

Γλέντι, τραγούδι και χαρά

Ξεχάσαμε τα άσχημα παλιά

 

Καινούργια τραγούδια ακούγαμε

Του Στέλιου και του Χιώτη

Ψωμί και τυράκι τρώγαμε

Μα στο χορό ήμασταν πρώτοι

 

Γάμους και αρραβώνες στο χωριό

Ακούγαμε κάθε μέρα

Κλεφτήκανε και κάνα δυο

Κρυφά από τη συμπεθέρα

 

Παρέα εδώ παρέα εκεί

Καντάδες τα βραδάκια

Στις στρέχες μέσα στη βροχή

Να ακούν τα κοριτσάκια

 

Όλοι δουλεύαμε σκληρά

Πηγαίναμε ουριντίτσα

Χωράφια δικά μας και μισιακά

Και τα βράδια βολτίτσα

 

Περνούσαν όμορφα τα χρόνια

Μεγαλώνοντας όμως όλοι μας

Ξέραμε δεν θα ‘ταν αιώνια

Ψάχναμε τότε το μέλλον μας

 

Φύγανε μερικοί στον Καναδά

Και άλλοι στην Αυστραλία

Άλλοι βρήκαν εκεί δουλειά

Και άλλοι στη Γερμανία

 

Φεύγανε οικογένειες

Αγόρια και κορίτσια

Παντρεύονταν με προξενιά

Να φύγουνε στην ξενιτιά

 

Κανένας όμως από ‘μας

Δε νόμιζε εκεί να μείνει

Το όνειρο ήταν να πας

Μόνο για καμιά σελήνη

 

Και το μικρό μας το χωριό

Ξανάρχισε να πονάει

Μα η καρδούλα μας γι’ αυτό

Έως το τέλος μας θα χτυπάει

No comments:

Post a Comment