Σε μια γειτονιά φτωχική
Μια μάνα είχε έξι αγόρια
Τα μεγάλωνε αυτή μοναχή
Τρελαίνονταν απ’ τη στεναχώρια
Ο πιο μεγάλος ο Δημολιός
Που έτρωγε πολύ μακάλο
Ήταν αδύνατος και ψηλός
Τον φωνάζανε σουκάλο
Ερωτεύτηκαν εκεί
Μαζί με τη Σουλτάνα
Ήταν μεγάλη και τρανή
Την φώναζαν νταρντάνα
Είχε αδερφό στην Αμερική
Θα έφευγαν μάνι-μάνι
Πήγαν τους προβόδισαν μερικοί
Από του Πειραιά το λιμάνι
Σαν έφτασαν στον Καναδά
Οι δυο τους χωρίς λεφτά
Χυθήκανε μες τη δουλειά
Δουλέψανε πολύ σκληρά
Για να μην τα πολυλογώ
Μετά από λίγο καιρό
Άνοιξαν δική τους δουλειά
Για να γεμίσουνε με λεφτά
Ο Ντίμος στην κουζίνα ήτανε
Η Ντάνα σερβιτόρα
Και κάθε λίγο μάλωναν
Πέντε-έξι φορές την ώρα
Σου είπα το τσιζ εδώ δεν πάει
Λύσσα που να σε φάει
Με μπέικον το θέλει το αυγό
Και όχι πολύ σκληρό
Μια μέρα δεν τα κατάφερε
Να φέρει τη σούπα ίσα-ίσα
Πανάθεμά
σε ανεπρόκοπε
Που να σε φάει λύσσα
Τα βράδια ονειρεύονταν
Και κάθε λίγο να ξυπνάει
Λύσσα επάνω του ερχότανε
Προσπαθούσε να τον φάει
Και κάθε μέρα που περνάει
Φοβάται ο Ντίμος ο ψηλός
Μην έρθει λύσσα και τον φάει
Ήτανε και λίγο δειλός
Οι μπίζνες μεγάλωναν
Πάχυνε λίγο ο ψηλός
Λίγο-πολύ ομόρφυνε
Μα δεν τα ‘βγαζε μοναχός
Μα και η Ντάνα η ψηλή
Που έπινε κάμποση μπύρα
Έγινε τώρα πιο τρανή
Έμοιαζε με την Σωτήρα
Πιατά στην κουζίνα είχε χρειαστεί
Να βοηθάει ίσα-ίσα
Ήρθε μια όμορφη μικρή
Που την έλεγαν Lisa
Ένα Σαββάτο πρωί
Πήγε η Ντάνα στο μαγαζί
Ο Ντίμος όμως είχε εξαφανιστεί
Τον έφαγε η Lisa η μικρή
No comments:
Post a Comment