Μια Κυριακή στο χωριό


Πρώτη Φεβρουαρίου μια φορά

Ηλιόλουστη ήταν η μέρα

Τα χιόνια έλιωσαν στα βουνά

Φαινότανε πέρα ως πέρα

 

Δυο οχτάχρονα παιδιά

Βγαίνοντας απ’ την εκκλησία

Ήτανε φίλοι σαν παλιά

Σαν τον Δάμων και τον Φιντία

 

Το αποφάσισαν οι δυο

Χωρίς να το μελετήσουν

Να πάνε πάνω στο βουνό

Και γρήγορα θα γυρίσουν

 

Κατσίτσκες θα ξερίζωναν

Το κίτρινο αυτό λουλούδι

Τις ρίζες θα τις έτρωγαν

Θα έλεγαν και κάνα τραγούδι

 

Αντί να πάνε στο προσήλιο βουνό

Πάνω απ’ το  δημόσιο

Πήγαιναν στο ανήλιο βουνό

Που πήγαινε προς το Όσιο

 

Και βήμα-βήμα τα παιδιά

Χωρίς να το καταλάβουν

Βρέθηκαν στην άλλη τη μεριά

Τα μέτρα τους πριν να λάβουν

 

Εκεί δεν φαίνονταν το χωριό

Δεν είχε ούτε ένα λουλούδι

Ακούσανε μόνο ένα βοσκό

Που έπαιζε με τη φλογέρα ένα τραγούδι

 

Έτρεξαν να βρούνε το βοσκό

Και χάνονται πιο βαθιά

Το δάσος γινόταν πιο πυκνό

Και χάνονταν η πλαγιά

 

Έδυσε ο ήλιος από ψηλά

Άρχισε να σουρουπώνει

Οι νυχτερίδες πετούσαν χαμηλά

Το νιώσανε που ‘ναι μόνοι

 

Βάλανε τα κλάματα

Πιαστήκαν χέρι-χέρι

Οι βράχοι έγιναν φαντάσματα

Τα δέντρα σαν βαμπίρ

 

Έτρεχαν να βρούνε την πλαγιά

Χωρίς να βγάζουνε μιλιά

Δεν ήξεραν αν πήγαιναν σωστά

Ή αν χάνονταν πιο βαθιά

 

Άκουσαν καμπάνα να χτυπά

Συναγερμός γινόταν

Έψαχναν τα δυο παιδιά

Όλο το χωριό λυπόταν

 

Έψαχναν οι μάνες στα νερά

Έψαχναν οι αδελφές τους

Οι πατεράδες πιο μακριά

Έτρεχαν με τ’ άλογά τους

 

Τα χρόνια εκείνα τα καλά

Δεν είχε φόβο απ’ τους ανθρώπους

Μόνο απ’ τα άγρια θηρία

Που τώρα είναι μερικοί άνθρωποι

 

Σαν είδαν φανάρια τα παιδιά

Φώναξαν τα ονόματά τους

Έβαλαν στα πόδια τους φτερά

Και έτρεξαν προς την κατηφοριά

 

Πήγανε πρώτα στις γιαγιάδες τους

Και τρέμανε σαν το φύλλο

Γιατί αν πήγαιναν πρώτα στο σπίτι τους

Θα έτρωγαν και λίγο ξύλο

No comments:

Post a Comment