Εμφύλιος πόλεμος


Λίγο πριν τα μεσάνυχτα

Μια καλοκαιρινή βραδιά

Τα παράθυρά μας μισάνοιχτα

Μα δεν ακουγότανε μιλιά

 

Απ’ το απέναντι βουνό

Ανέτειλε το φεγγάρι

Μια σκιά φάνηκε στο στενό

Δίπλα απ’ το παζάρι

 

Ακούστηκαν βήματα με ορμή

Διάβαιναν προς το ποτάμι

Την μπάμπω Γκεράκα τη μαμή

Κάποιος πήγαινε να την πάρει

 

Οι πόνοι τη μάνα την πιάσανε

Και έκανε την προσευχή της

Τίποτα άλλο δεν θα ‘θελε

Μον’ να γεννηθεί καλά το παιδί της

 

Η μπάμπω Γκεράκα έφτασε

Και έδιωξε όλους τους άντρες

Μόνο τη μάνα της άφησε

Της φέρανε και δυο λάμπες

 

Λίγο πριν τα χαράματα

Σε ένα κάτασπρο σεντόνι

Ακούστηκαν μικρά κλάματα

Γεννήθηκε ένα αγόρι

 

Ενώ περίμεναν ένα μωρό

Ένα γερό παιδάκι

Γεννιέται ακόμη ένα μικρό

Και αυτό ήταν αγοράκι

 

Στην πρώτη μέρα τους στη γη

Στη χαραυγή της ζωής τους

Να ‘ναι η τύχη τους καλή

Ευνοϊκό το άγνωστό τους

 

Λαγγίτες μοιράζανε στη γειτονιά

Να ζήσουνε λέγανε όλοι

Δραχμούλες μαζεύανε τα παιδιά

Χαιρόταν η φύση όλη

 

Θεόδωρο τον έλεγαν τον πιο μικρό

Τον άλλον Παναγιώτη

Τους θαύμαζε όλο το χωριό

Στην τάξη τους ήταν πρώτοι

 

Ότι είχε ο ένας το μοίραζε

Σαν να ‘ταν ένα σώμα

Τίποτα δεν θα τους χώριζε

Σε τούτο τον αιώνα

 

Όμορφα, ψηλά μεγάλωναν

Σαν τα κυπαρίσσια

Και για τους δυο μαλώνανε

Όλα του χωριού τα κορίτσια

 

Πάσχα στο χωριό περιμένανε

Θα γιόρταζε όλη η χώρα

Και όλοι στο χωριό λέγανε

Τελείωσε του πολέμου η μπόρα

 

Μόλις ανάσανε το χωριό

Απ’ την παγκόσμια μάχη

Ακούστηκαν όλμοι στο βουνό

Άστραψε του βουνού η ράχη

 

Μια ταραχή απλώθηκε

Σε όλο το χωριό

Ένα παιδί σκοτώθηκε

Επάνω στο βουνό

 

Αντάρτες το σκοτώσανε

Βοσκώντας τα πρόβατά του

Τα πρόβατά του τα πήρανε

Μαζί με το άλογό του

 

Ήρθαν οι αντάρτες μια βραδιά

Εις το καφενείο του Αστιώτη

Επήρανε οχτώ παιδιά

Μαζί και τον Παναγιώτη

 

Ο Θεόδωρος και άλλα παιδια

Ήταν στο Αμύνταιο για δουλειά

Ζούσανε σε ένα μπουντρούμι

Για να ‘χουνε το Πάσχα κουστούμι

 

Γυρίζοντας πίσω στο χωριό

Και ήτανε τότε βράδυ

Στους δρόμους δεν είδαν χωριανό

Και ήταν βαθύ σκοτάδι

 

Που είναι ο Παναγιώτης μάνα μου

Να πάω να τον έβρω

Τον πήραν οι αντάρτες τέκνο μου

Στον πόλεμο τον έρμο

 

Λίγος καιρός πέρασε

Ο Θεόδωρος πήγε γαντάρος

Γιώσμο η μάνα του τον έδωσε

Μη χάσει ποτέ το θάρρος

 

Στο πεζικό τον βάλανε

Εις τη γραμμή την πρώτη

Τίποτα δεν σκεφτότανε

Μόνο μη σκοτώσει τον Παναγιώτη

 

Φεύγανε οι αντάρτες το πρωί

Έρχονταν οι στρατιώτες

Από ποια μεριά είσαι κυρά μου εσύ

Και στους αντάρτες δίνεις μπομπότες

 

Αντάρτες το πήραν το ένα παιδί

Το άλλο πήγε για στρατιώτης

Κλαίει η καρδιά μου για τον Θοδωρή

Κλαίει για τον Παναγιώτη

No comments:

Post a Comment