τώρα μας φαίνονται παλιά
Που κάναμε στις αυλές αλώνια
Με τόσα βάσανα πολλά
Από βραδύς ετοιμάζαμε
Το αλώνι να ‘ναι καθαρό
Με λιπέσκες το πασαλείβαμε
Για να ‘ναι γυαλιστερό
Στη μέση ήταν ο πάσσαλος
Με μια τριχιά μεγάλη
Δεμένος ήταν ο γάιδαρος
Γύριζε δίχως ζάλη
Έφερναν δεμάτια στις αυλές
Φορτώνοντας τα γαϊδουράκια
Να ‘ναι απ’ έξω οι ουρές
Και μέσα μεριά τα στάχυα
Απλώνανε τα βραδάκια
Δεμάτια πολλά
Το πρωί τα γαϊδουράκια
Βουλιάζανε ως την κοιλιά
Ως να ξυπνήσουν τα παιδιά
Ήταν στο δεύτερο αλώνι
Τα άχυρα ήταν εκεί ψηλά
Πηδούσαν απ’ το μπαλκόνι
Η σκόνη ήταν πυκνή
Μα η χαρά μεγάλη
Μας πιάνονταν η αναπνοή
Μας δεν μας έκαιγε καρφί
Ο ήλιος έψηνε το χωριό
Η ζέστη φαινόταν σαν κύμα
Έκατσαν να πιουν λίγο νερό
Και τα γαϊδουράκια ήταν κρίμα
Σηκώθηκαν να δουλέψουν ξανά
Περνώντας λίγο η ζέστη
Οι πόνοι την πιάνουν τη νοικοκυρά
Δεν μπόρεσε άλλο ν’ αντέξει
Φωνάζουνε τότε για να ‘ρθει
Η μπάμπο Γκεράκα η μαμή
Και σαν άργησε αυτή λιγάκι
Γεννιέται ένα κοριτσάκι
Και πριν καλά-καλά
Ο ήλιος να δύσει
Σηκώθηκε η νοικοκυρά
Να πάει να βοηθήσει
Τώρα το κοριτσάκι αυτό
Είναι στον Καναδά
Έχει πιάσει τα εξήντα οχτώ
Και είναι ακόμα μια χαρά

No comments:
Post a Comment