Άνοιξη του σαράντα οκτώ
Μα δεν είχε πανηγύρι
Αρνιά δε έψηναν στο χωριό
Θέλανε μόνο γαλήνη
Αυτοί που ‘χανε μείνει στο χωριό
Τρέχανε στον προορισμό τους
Να παν να προστατεύσουνε
Ότι είχε μείνει δικό τους
Πολλά ανήλικα παιδιά
Είχανε μείνει στο χωριό
Άλλα είχανε μείνει ορφανά
Χωρίς να ‘χουνε κανένα σκοπό
Τρέχανε σαν κυνηγημένα πουλιά
Στους δρόμους και στους κάμπους
Τα ρούχα τους όλα παλιά
Κομμένα απ’ τους θάμνους
Τα προστατεύανε τα παιδιά
Σαν να ‘τανε όλα δικά τους
Ήταν το μέλλον τους αυτά
Η μόνη παρηγοριά τους
Βγήκανε πέντε παιδιά
Όπως και κάθε μέρα
Να παν να παίξουν μακριά
Στον καθαρό αέρα
Με πέτρες σημαδεύανε
Μία μεγάλη νάρκη
Επάνω της χορεύανε
Στη σιδερένια της σάρκα
Περνάει ο Ντίνκας ο χωριανός
Ήτανε πιο μεγάλος αυτός
Γρήγορα φύγετε απ’ εδώ
Και πάτε πίσω στο χωριό
Μετά το μεσημέρι όμως εμείς
Μανία είχαμε βάλει
Χωρίς να ξέρει άλλος κανείς
Το ξαναρχίσαμε πάλι
Μα ο Χρήστος ο μικρός
Που πήγε να κάνει το νερό του
Έτσι θα το ‘θελε ο Θεός
Να σώσει τον εαυτό το
Τότε ο Γιωργάκης κι αυτός
Που ‘τανε λίγο πιο δυνατός
Πήρε μια πέτρα μεγάλη
Και την έριξε πάνω στη σκανδάλη
Η νάρκη ανατινάχτηκε
Και όλο το χωριό ταράχτηκε
Σε όλη την περιφέρεια
Τα τζάμια σπάσανε απ’ τα αέρια
Πίσω απ’
τον κορμό της καρυδιάς
Που ο Χρηστάκης ήταν κρυμμένος
Τον πήραν τα βλήματα με μιας
Και στο κεφάλι ήταν πληγωμένος
Έψαχνε το κορμάκι του
Με τα μικρά του χεράκια
Δεν ήξερε εάν ήταν ολόκληρος
Ή ήταν κι αυτός κομμάτια
Έτρεχε γύρω στο χωριό
Και φώναζε σαν το τρελό
Πέστε μου σας παρακαλώ
Εάν έχω πεθάνει ή αν ζω
Γύρισε πίσω για να δει
Τι γίνανε τ’ άλλα παιδάκια
Ο Γιωργάκης είχε εξαφανιστεί
Δεν είχε μείνει πια κορμί
Κοιτάζει πάνω στα κλαριά
Έντερα, σάρκες από παιδιά
Αίματα κάτω εις τη γη
Και ένα στα μπρούμυτα κορμί
Το γύρισε το κορμάκι του
Μα έλειπε το προσωπάκι του
Τον σήκωσε στα χέρια του
Λίγο πριν ξεψυχήσει
Το ένα πόδι του έλειπε
Μαζί με το παντελονάκι
Στα χέρια του ξεψύχησε
Τινάζοντας το άλλο ποδαράκι
Γιατί βρε Δημητράκη μου
Μου το ‘κανες αυτό
Έκλαιγε και φώναζε
Με αγιάτρευτο καημό
Τον Χρήστο και τον Κώστα
Που ‘τανε πιο μακριά
Τα μάσαν τα κομμάτια
Οι μάνες τους στην ποδιά
Φρίκη τον πιάνει τον μικρό
Και πριν ο ήλιος να βασιλέψει
Έτρεξε πάνω στο βουνό
Νομίζοντας ότι έχει φταίξει
Στο μύλο πήγε να κρυφτεί
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες
Μπομπότα έφτιαχνε για φαί
Ήθελε και αυτός να σκοτωθεί
Σκουλήκια έπιασε η κεφαλή του
Εκεί που ήταν η πληγή του
Τη νύχτα τον βρήκαν στο βουνό
Και το επήρανε στο χωριό
Αυτά τα μικρά παιδιά
Που γίνανε χίλια κομμάτια
Οι ψυχούλες τους εκεί ψηλά
Γίνανε αγγελουδάκια
Και από τότε αυτό το παιδί
Θυμάται τη μέρα αυτή τη φρικτή
Στον ύπνο του ταράζεται και θρηνεί
Είναι από τη βιογραφία
του Χρήστου Σίκλη
No comments:
Post a Comment