Ήταν μια νύχτα βροχερή
Ψυχρή χωρίς φεγγάρι
Σε μια σκοτεινή αυλή
Ο Χάρος τον Βάρκο ήρθε να πάρει
Γριούλες πολλές μαζεύτηκαν
Εις τα μικρά δωματιάκια
Όλες περιπλανεύτηκαν
Με δάκρυα στα μάτια
Το Χάρο περιμένανε
Ήταν ανοιχτός ο δρόμος
Ήταν παράδοση λέγανε
Να μην πεθάνει μόνος
Μέσα στη σκοτεινή αυλή
Μια κλίκα από παιδάκια
Ο πιο ψηλός με προσοχή
Κοιτούσε απ’ τα παραθυράκια
Ο άλλος καθότανε πιο κει
Στην πρώτη τη γωνία
Ο τρίτος στη μέση στο χωριό
Και ο αρχηγός στο καμπαναριό
Κάθε τόσο και λιγάκι
Ρωτούσε το ένα το παιδάκι
Ρε, συ πέθανε; Τι λένε;
Όχι, ρε, συ. Ακόμη δεν κλαίνε
Αυτά τα τέσσερα παιδιά
Που περίμεναν αράδα
Το είχαν ως κληρονομιά
Αυτοί να χτυπάνε την καμπάνα
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα
Άστραψε ο ουρανός
Τα παράθυρα ήταν μισάνοιχτα
Ξεψύχησε ο φτωχός
Πέθανε ο Λάκος ξαφνικά
Τον πήρε η Λεβένκα
Δεν είχε μάνα ούτε παιδιά
Φωνάξτε την μπάμπα Λένκα
«Η μπάμπα Λένκα ήταν η γελωτοποιός του χωριού»
Πριν όμως τα ξημερώματα
Ταράχτηκε λίγο ο φτωχός
Τινάχτηκε στα παπλώματα
Δεν ήταν ακόμα νεκρός
Θαύμα φωνάξανε οι γριές
Και αρχίσανε τις προσευχές
Και πριν να μάθουν όλοι για καλά
Πεθαίνει ο δόλιος στα σοβαρά
Την άλλη μέρα το πρωί
Θα γίνει η κηδεία
Ο αρχηγός θα πάρει μια δραχμή
Και οι άλλοι όλοι μαζί μία
No comments:
Post a Comment