Η τελευταία αναπνοή ενός αντάρτη
Πριν ξημερώσει μεγάλη Τετάρτη
Πολεμώντας στη μάχη του Λιά
Του ‘χανε πει για τη λευτεριά
Σωριάστηκε το κορμί του στο χώμα
Μα δεν πονούσε τότε πια
Ξεχώρισε η ψυχή του από το σώμα
Αόρατη αγνάντευε από ψηλά
Ενώ πετούσαν αδέσποτες οι σφαίρες
Την ψυχή του δεν την αγγίζανε πια
Ήτανε μια από τις άσκοπες μέρες
Σαν μια βαρκούλα δίχως κουπιά
Είδε αμέτρητα ανήλικα παιδιά
Που σπαρταρούσαν σαν πληγωμένα πουλιά
Το αίμα τους είχε ξεχειλίσει
Ήταν αργά κανείς να βοηθήσει
Είδε τον αδελφό του να τρέχει
Και ανέλαβε αυτός να τον προσέχει
Σαν φωτοστέφανο από ψηλά
Να διώχνει τον κίνδυνο μακριά
Εις τον ποταμό του Παλαμά
Διάλεξαν τριάντα παλικάρια
Γεφύρι έκαναν από τριχιά
Γλιστρούσαν σαν τα σαλιγκάρια
Πριν φτάσουν στην άλλη μεριά
Όλους τους είχαν σκοτώσει
Ο Θοδωρής σαν να ‘χε φτερά
Ο μόνος ήταν που είχε γλυτώσει
Βοήθα Χριστέ και Παναγιά
Και έκανε το σταυρό του
Σαν είδε να σέρνονται τα κορμιά
Στο ματωμένο Παλαμά
Αέρα φωνάζανε από μακριά
Παραδοθείτε αδέλφια
Ουρλιάζανε σαν τα θεριά
Πολεμώντας για τη λευτεριά
Σώμα με σώμα πολεμούσανε
Μες στο βαθύ σκοτάδι
Νομίζανε πως περνούσανε
Την άβυσσο του Άδη
Ο Θοδωρής εφώναζε
Που ‘σαι αδελφέ μου Παναγιώτη
Εφ όπλου τη λόγχη έβαζε
Μα φοβόταν μην τον σκοτώσει
Τελείωσε η μάχη το πρωί
Τριγύριζαν τα κοράκια
Τον πήρε ο ύπνος τον Θοδωρή
Σε μια σπηλιά στα βράχια
Κοιμόταν και ονειρεύτηκε
Πως με τον Παναγιώτη βρέθηκε
Μη με ψάχνεις και δυστυχήσεις
Το κορμί μου δεν πρόκειται να το γνωρίσεις
Χαιρέτα τη μάνα και τον μπαμπά
Μα η ψυχή μου δεν θα ‘ναι μακριά
Θα σας προσέχω από ψηλά
Ώσπου να ανταμώσουμε ξανά
Πετάχτηκε απ’ τον ύπνο ο Θοδωρής
Με ύφος μεγάλης ταραχής
Όρνια, κοράκια και άγρια θεριά
Κατασπαράζανε τα άψυχα κορμιά
Νερό, νερό λίγο νερό
Ακούστηκε μια δειλή φωνή
Ώσπου να τρέξω να τον βρω
Βγήκε η τελευταία του πνοή
Έτρεξα κάτω στην πλαγιά
Στο άγνωστο χωριό του Λια
Φριχτή ήταν η ερημιά
Είδα μόνο μια αόμματη γριά
Ποιος είναι αυτός που με ζυγώνει
Επεκτείνοντας τα χέρια η γριούλα
Πες μου μην είδες την Αντιγόνη
Την μονάκριβή μου την κορούλα
Αντάρτες την πήραν μια βραδιά
Μια νύχτα καταραμένη
Θα την επήγανε πολύ μακριά
Την κόρη μου την καημένη
Είπαν για τη λευτεριά
Είναι το εθνικό μας χρέος
Να πολεμήσουμε σαν τα θεριά
Χωρίς ρώτημα και δέος
Φτάνοντας πίσω στο χωριό
Λυπητερά χτυπούσε η καμπάνα
Αχ! έχουμε χάσει τον αδελφό
Πως θα το αντέξουμε βρε μάνα
Είδε να βγαίνουν απ’ την εκκλησιά
Ψάλλοντας τον επιτάφιο θρήνο
Ακολουθούσε σιγά και αυτός
Κανείς δεν τον γνώρισε εκείνον
Τον είδε η μάνα τον Θοδωρή
Τον γνώρισε μονάχα αυτή
Και έβγαλε μια σιωπηλή κραυγή
Που είναι ο Παναγιώτης τέκνο μου
Πότε θα γυρίσει
Μάνα μου δεν βρήκα το κορμί του
Μονάχα μου μίλησε η ψυχή του
No comments:
Post a Comment