Μιλούσα με κάποιον φίλο μου
Μου λέει πως δεν κοιμάται
Σκοτώθηκε το σκυλάκι του
Και πάρα πολύ το λυπάται
Το είχα σαν μικρό παιδί
Μη στάξει και μη βρέξει
Το έβγαζα κάθε πρωί
Ο ήλιος πριν να φέξει
Καμιά φορά δεν με έθιξε
Και δεν μου αντιμιλούσε
Στα μάτια μόνο με έβλεπε
Και την ουρά κουνούσε
Θα ‘θελα να ξέρω αν κάποτε
Θα ανταμώσουμε πάλι
Εάν πάνε και αυτά εκεί ψηλά
Εις τη ζωή την άλλη
Φίλε μου τώρα μου θύμισες
Τα παιδικά μου χρόνια
Παλιές πληγές μου άνοιξες
Πριν από τόσα χρόνια
Είχαμε και εμείς ένα σκυλί
Που το αγαπούσαμε πολύ
Μούρτζο το φωνάζαμε
Και όλοι το θαυμάζανε
Φύλαγε το αμπέλι το πρωί
Το βράδυ το σπιτικό του
Ήξερε σαν να το ‘χαμε πει
Ποιο ήτανε δικό του
Μια μέρα σαν ξημέρωσε
Δεν φάνηκε στην αυλή μας
Το καλοκαίρι όλο πέρασε
Και δεν ήταν πια μαζί μας
Μια βροχερή βραδιά
Ήταν αρχές του Νοέμβρη
Ακούμε τον παππού και τη γιαγιά
Σαν κάτι να τους έχει βρει
Για σηκωθείτε βρε παιδιά
Βρήκε το αφεντικό του
Ήρθε ο Μούρτζος από μακριά
Με ένα σύρμα στο λαιμό του
Η χαρά μας ήταν μεγάλη
Ποτέ δεν το ξεχνώ
Αν και τα χρόνια μ’ έχουν πάρει
Ποτέ δεν το λησμονώ
Τον είδα τον ντέντο Λέξο να κλαίει
Με μαύρα δάκρυα πικρά
Με αναστεναγμούς να λέει
Τα λόγια αυτά τα θλιβερά
Μα τι χαρά που κάναμε
Που γύρισε το σκυλί μας
Για φανταστείτε εάν ήτανε
Να γύριζε το παιδί μας
Που είσαι βρε Γιάννη μου να ‘ρθεις
Τσέντο μου αγαπημένο
Ξέρω εσύ δεν πρόκειται να φανείς
Μα εγώ θα ‘ρθω να σε βρω
Ο Γιάννης είχε σκοτωθεί
Στον πόλεμο του σαράντα
Βοηθώντας σύντροφο να σωθεί
Πίσω από μια παράγκα
Λοχίας ήταν στο στρατό
Ξεψύχησε μέσα στα κρύα
Άφησε γυναίκα και μικρό
Γονείς και αδέρφια τρία

No comments:
Post a Comment