
Ένας εργένης που γέρασε
Και γύρισε στο χωριό του
Μισός αιώνας πέρασε
Να βρει τον εαυτό του
Σκόνταφτε απ’ τα πόδια του
Μ’ ένα μακρύ μπαστούνι
Του λείπανε τα δόντια του
Μα είχε ωραίο κουστούμι
Στο καφενείο καθότανε
Και δεν έβγαζε μιλιά
Τα περασμένα σκεφτότανε
Κρυμμένος στη γωνιά
Τα σπίτια του φαίνονταν χαμηλά
Απ’ τους παλιούς αιώνες
Τα δρομάκια ήταν πολύ στενά
Και άδειες αχυρώνες
Νέος ψηλός και όμορφος
Έφυγε απ’ το χωριό του
Πιάστηκε σαν όμηρος
Και έχασε τον εαυτό του
Η ξενιτιά τον πλάνεψε
Ζούσε χωρίς φροντίδες
Μια όμορφη τον μάγεψε
Λησμόνησε παλιές πατρίδες
Πολλές μικρούλες γνώρισε
Περνούσε τον καιρό του
Ποτέ όμως δεν νόμισε
Ότι έχει χάσει τον εαυτό του
Μια αμερικάνα όμορφη
Με κόκκινο φουστάνι
Είπε να την παντρευτεί
Μα αυτή πίτα δεν ήξερε να κάνει
Τον πλάκωσαν τα γεράματα
Πριν να το καταλάβει
Και λίγο πριν τα χαράματα
Για το χωριό το ‘χει βάλει
Πενήντα χρόνια έλειψε
Δεν ήξερε κανέναν
Στην Αμερική που έμενε
Πήγαν όλα χαμένα
Βρέθηκε στο χωριό του μοναχός
Δεν ήξερε τι να κάνει
Όπως γεννήθηκε λέει φτωχός
Φτωχός θε να πεθάνει
Εις το ιατρείο ένα πρωί
Ήταν και μια γριούλα
Ήταν ακόμα όμορφη
Ήταν και νοστιμούλα
Ενώθηκαν τα μάτια τους
Και νιώσανε ανατριχίλα
Κοιτάχτηκαν για δεύτερη φορά
Χωρίς να βγάλουνε μιλιά
Δάκρυσε τότε η γριά
Της τρέμανε τα χείλη
Σηκώθηκε ο γέρος σιγά-σιγά
Της δίνει το μαντήλι
Ποια είσαι εσύ γριούλα μου
Με δάκρυα στα μάτια
Μου ράγισες την καρδούλα μου
Σε χίλια δυο κομμάτια
Είμαι η αρραβωνιάρα σου
Η πρώτη σου αγάπη
Που μου ‘λεγες πως μ’ αγαπάς
Και ας τρως ψωμί και αλάτι
Σταύρωσε τις παλάμες του
Σφίγγοντας το μπαστούνι
Δάκρυα πέφτανε απ’ τα μάτια του
Στο ωραίο του κουστούμι
Ανύπαντροι ήταν και οι δυο
Δίχως παιδιά και εγγόνια
Μα ήτανε τότε πολύ αργά
Περάσανε πια τα χρόνια
No comments:
Post a Comment