Βιογραφία μιας ορφανής


Εις τας αρχάς του αιώνα

Σε ένα μικρό χωριό

Στη μέση του χειμώνα

Γεννιέται ένα μωρό

 

Τρεις μοίρες είχαν κατεβεί

Να γράψουν τη μοίρα στο παιδί

Και πριν έρθει το πρωί

Το πεπρωμένο είχε γραφτεί

 

Γράψανε μια μοίρα θλιβερή

Χωρίς να φταίει το παιδί

Να ‘ναι για πάντα της μαζί

Χωρίς καμία διαφυγή

 

Πατέρα δεν γνώρισε

Γιατί είχε σκοτωθεί

Ληστές τον σκοτώσανε

Λίγο πριν γεννηθεί

 

Κούνια δεν είχε η μάνα της

Ούτε καμιά ελπίδα

Κουρέλι ήταν η πάνα της

Κοιμόταν σε μια κεραμίδα

 

Πεθαίνει η μανούλα της

Μόλις εφτά μηνών

Ανέλαβε η μπάμπω της

Έως εφτά χρονών

 

Πεθαίνει και η μπάμπω της

Από αρρώστια στα πνευμόνια

Εις στα σοκάκια μόνη της

Χωρίς καμιά συμπόνια

 

Κανένας δεν ανέλαβε

Για να τη συμμαζέψει

Μόνο αυτοί που θέλανε

Για κάτι να τους δουλέψει

 

Εκεί που θα βρισκότανε

Έπεφτε και κοιμόταν

Ήταν κάτι θείοι μακρινοί

Τη βοηθούσαν κάπου αυτοί

 

Και ένα πρωί πριν καλά να φέξει

Της ζητάει κάποιος να του δουλέψει

Για να της δώσει λίγο ψωμί

Την έδεσε στον πάσσαλο εκεί

 

Τη νύχτα το καλαμπόκι να φυλάει

Μην έρθει η αρκούδα από μακριά

Να κάνει θόρυβο και σαματά

Αυτή μόνο θα ‘ταν η δουλειά

 

Μόλις σκοτείνιασε η γη

Φρίκη την πιάνει τη μικρή

Ακούει κάποιος χωριανός

Έτρεξε να τη σώσει αυτός

 

Και έτσι με βάσανα πολλά

Σαν να ‘ταν ο δρόμος του Γολγοθά

Την Παρασκευούλα τη μικρή

Τη ζήτησε ένα παιδί

 

Τη ζήτησε να παντρευτούν

Οι δυο τους να ζευγαρωθούν

Απ’ το χωριό ήταν το παιδί

Τον ήξερε καλά και αυτή

 

Η Παρασκευούλα η μικρή

Προσπάθησε με όλη της την ψυχή

Να γίνει καλή νοικοκυρά

Χωρίς να ξέρει και πολλά

 

Μα κάποιο χέρι πήγαινε

Κρυφά μην το ιδεί μάτι

Στην κατσαρόλα έριχνε

Μια χούφτα αλάτι

 

Έρχεται ο άνδρας απ’ τη δουλειά

Και τρώνε στο μπαλκόνι

Μα τι φαγιά είναι αυτά

Και στο ξύλο την πλακώνει

 

Α βρε τζαν τέκνο μου

Τι νύφη είναι αυτή τσέντο μου

Ούτε ξέρει να δουλεύει

Ούτε και να μαγειρεύει

 

Περάσανε χρόνια μερικά

Απόχτησαν έξι παιδιά

Τα τρία όμως απ’ αυτά

Πεθάνανε πολύ μικρά

 

Πόλεμος, πείνα και κακό

Απλώθηκε εις στο χωριό

Οι άνδρες πιάσανε τα βουνά

Οι μάνες μείνανε με τα παιδιά

 

Αφήνει η μάνα το άρρωστο παιδί

Με τη μικρή τη Βασιλική

Ως να γυρίσει απ’ τα λημέρια της

Πεθαίνει ο Μήτσος στα χέρια της

 

Και η μικρή η Βασιλική

Που έχασε το αδερφάκι

Ακόμη το σκέφτεται και θρηνεί

Νομίζοντας πως έφταιξε αυτή

 

Έτρεχε η μάνα σαν τρελή

Στα γύρω χωριά για λίγο ψωμί

Κρύο, βροχές και χειμωνιά

Για να ταΐσει τα παιδιά

 

Μια χειμωνιάτικη βραδιά

Όπως ερχότανε από μακριά

Έπεσε για να κοιμηθεί

Τη βρήκαν οι χωριανοί το πρωί

 

Θαύμα ήταν που είχε γλιτώσει

Τα χέρια της όμως είχαν παγώσει

Της πέφτανε τα νύχια της

Της μούδιαζαν τα χείλη της

 

Την άλλη μέρα πρωί-πρωί

Η οχτάχρονη Βασιλική

Πριν καλά-καλά να ξημερώσει

Σηκώθηκε αυτή για να ζυμώσει

 

Σαν να μη φτάνανε όλα αυτά

Με βάσανα τόσα πολλά

Το χωριό όλο καιγότανε

Και στάχτη γινότανε

 

Ζώα, σπαρτά και γυαλικά

Δεν άφηναν να πάρεις

Μόνο εάν είχες μικρά παιδιά

Μπορούσες να τα βγάλεις

 

Εις τη θερμή αγκάλη της

Μου ‘λεγε τα βάσανά της

Και πριν γεράσω και λησμονήσω

Θα ‘θελα τη μνήμη της ν’ αφήσω πίσω

 

Μου ‘λεγε παραμύθια κλασικά

Που λένε σε όλα τα παιδιά

Χωρίς σχολείο και γράμματα

Ήξερε πολλά πράγματα

 

Είναι η ιστορία απ’ τη ζωή

Της μπάμπω Πάτσης της ορφανής

No comments:

Post a Comment