Όπως το λέμε εδώ
Μαζεύονται κάθε Σάββατο
Μιλάν για το χωριό
Ο ένας δεν ακούει καλά
Ο άλλος τα ‘χει χάσει
Όλοι με κάτασπρα μαλλιά
Τα εβδομήντα τα ‘χουνε πιάσει
Αυτός που είναι διαβητικός
Τρεμούλα τον πιάνει
Και αυτός ο άλλος ο χοντρός
Το νερό του συνέχεια κάνει
Ο ένας νομίζει είναι πιο σοφός
Μιλάει για βιάγκρα
Μεγάλο πράμα λέει ο κουφός
Και εγώ έχω πάει στο Νιάγρα
Μιλάν για όμορφες κοπελιές
Και του παππά τα ράσα
Μα και εγώ έχω πιπεριές
Και πολύ μεγάλα πράσα «λέει ο κουφός»
Δεν βλέπουνε τα χάλια τους
Μιλάν για γκομενιές
Ξεχνάν πως λεν τα εγγόνια τους
Και τρέμουν οι κοιλιές
Περνάν δυο κορίτσια όμορφα
Και σταμάτησαν να μιλάνε
Με ανοιχτά τα στόματα
Τις παρακολουθούνε
Περνώντας από δίπλα τους
Good
morning λέει η μια κοπέλα
Προσπαθεί να απαντήσει ο παππούς
Μα του πέφτει η μασέλα
Το μεσημέρι κόντευε
Αρχίσανε να πεινάνε
Ο ένας τον άλλον συνόδευε
Σηκώθηκαν να περπατάνε
Ο ένας περπάταγε σκυφτά
Φοβόταν μη σκοντάψει
Ο άλλος κοίταγε ψηλά
Το πράσινο φως ν’ αλλάξει
Δεν με πας ως την άλλη μεριά
Το δρόμο να μη χάσω
Κι εγώ θα σε φέρω πίσω ξανά
Χατίρι μη σου χαλάσω
Και έτσι πηγαινοέρχονται
Τα δύο γεροντάκια
Η ώρα τρεις κόντευε
Και ακόμη ήταν στα σοκάκια

No comments:
Post a Comment