Σε κάθε σπίτι στο χωριό
Είχαν και ένα πηγάδι
Άλλοι το είχαν πιο ρηχό
Και άλλοι ως το βαθύ σκοτάδι
Εμείς το νερό δεν το πίναμε
Δεν βάζαμε στο φαγητό
Τα πόδια μόνο τα πλέναμε
Ποτίζαμε την αυλή
Το καλοκαίρι ήταν δροσερό
Και ρίχναμε τα καρπούζια
Το χειμώνα ήταν χλιαρό
Ποτίζαμε τα γαϊδούρια
Και μερικά απ’ αυτά που λες
Είχανε και βδέλλες
Τις χρησιμοποιούσανε πολλές
Να γίνουν πιο όμορφες κοπέλες
Και αυτές που ήταν πιο γριές
Και ήξεραν πιο πολλά
Τις χρησιμοποιούσανε αυτές
Να φύγουν οι ρευματισμοί
Όπως όλοι οι χωριανοί
Και εμείς είχαμε πηγάδι
Ήτανε δυο μέτρα φαρδύ
Και το νερό πάνω απ’ το κεφάλι
Και όπως παίζαμε οι τρεις
Σε μια ψιλή βροχούλα
Έρχεται η μάνα μας και ευθύς
Φωνάζει τη Δημητρούλα
Δημητρούλα μου σε παρακαλώ
Για τρέξε στο πηγάδι
Φέρε μου λίγο νερό
Πριν πιάσει το σκοτάδι
Τρέχει η Δημητρούλα βιαστική
Γλιστράει και πέφτει στο πηγάδι
Και όπως η Γερακίνα κι αυτή
Βγάζει φωνή μεγάλη
Ακούστηκε της μάνας η φωνή
Φρίκη την είχε πλακώσει
Ρίχνεται ο μπαμπάς μέσα στο βαθύ
Πηγάδι να τη σώσει
Τρέχει και ο παπάς περαστικός
Και τσαλαπατάει τα πράσα
Ήθελε να ριχτεί και αυτός
Μα τον εμπόδιζαν τα ράσα
Κάνει την προσευχή του ο παπάς
Κοιτάζοντας στον ουρανό ψηλά
Φωνάζει ο μπαμπάς από βαθιά
Πάτερ μου ρίξε μας μια τριχιάαααα
Τους πήρε το βάθος δυο φορές
Την Τρίτη είχανε σκαρφαλώσει
Ακούει η μαμά Τσίλε τις φωνές
Και ρίχνει μια τριχιά να τους σώσει
Άνθρωπος δίχως ψυχή
Παύει να προσφέρει καλό
Σαν βγει η τελευταία του πνοή
Παύει να εκτελεί και κακό
Τα όνειρα σαν μικρό παιδί
Έχουνε πια ξεχαστεί
Κοίταξε τώρα να επιζήσεις
Και κάτι αγαθό πίσω ν’ αφήσεις
No comments:
Post a Comment